ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Στάσις τού Αγίου έναντι τών Αιρέσεων και Σχισμάτων

Τρίτη 23 Αυγούστου 2016

Στάσις τού Αγίου έναντι τών Αιρέσεων και Σχισμάτων


nektarios
ΣΤΑΣΙΣ (ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ) ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΧΙΣΜΑΤΩΝ

(Εισήγηση τοϋ Μητροπολίτου Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελετίου, στο Θεολογικό Συνέδριο επί τή 150ετηρίδι από τής γεννήσεως τού Αγίου Νεκταρίου, Αίγινα 21-23
Οκτωβρίου 1996)
Προέλευση κειμένου: http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/meletios_nektarios.htnil
Τό θέμα τής έπικοινωνίας μέ τούς μή ορθοδόξους, μέ τούς αίρετικούς/καί τούς σχισματικούς, είναι σήμερα ένα από τα μείζονα θέματα τής Εκκλησίας. Μερικοί καλλιεργούν μία έντονη δυσπιστία για τό κάθε τί, πού έχει σχέση μέ τέτοιου είδους έπικοινωνίες. Τις θεωρούν προδοσία. Καί απαιτούν την πλήρη διακοπή τους. Άλλοι τις θεωρούν έντολή τού Χριστού, ζήτημα γνησιότητος. Τάσεις πολωτικές άναπτύσσονται. Βαρειές κατηγορίες έκτοξεύονται. Καί όλοι ζητούν νά τεκμηριώσουν την ορθότητα των άπόψεών τους, μέ παραπομπές στην πράξη καί στις θεολογικές θέσεις των άγιων.
Ό άγιος Νεκτάριος, σάν τέκνο τού 20ού αιώνα, σοφός θεολόγος, θεοχαρίτωτος θαυματουργός, έχει γενική άποδοχή, άπό όλους. Πώς τις έβλεπε τις σχέσεις μέ τούς αιρετικούς; Τί έλεγε γι’ αύτές; Ας ίδούμε.

Α'
Επιτρέπεται νά έχη ή Εκκλησία μας σχέσεις μέ έτεροδόξους; Πότε; 'Υπό ποιες περιστάσεις; Κάποιοι δίνουν την άπάντηση: Μόνο, όταν προσέρχωνται έν μετανοία. Όταν δέν προσέρχωνται έν μετανοίμ, όταν δέν στρέφωνται προς την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, σάν την μία άγια, ποία πρέπει νά είναι ή συμπεριφορά μας προς αύτούς; Μία ομολογία; Αρκεί; Αρκεί νά την δώσωμε; Καί ξεμπλέξαμε;
Ποιά είναι ή τοποθέτηση τού Αγίου Νεκταρίου έπάνω στά έρωτήματα αυτά;
1.         Στά έρωτήματα αύτά ό άγιος Νεκτάριος δέν μάς άπαντφ μέ μία συστηματική διαπραγμάτευση τού θέματος.Στίς ήμέρες του δέν είχε άκόμη δημιουργηθή ή λεγάμενη οικουμενική κίνηση. Ή προβληματική της ήταν άγνωστη. Δέν είχε άκόμη έμφανισθή ή πολωτική τάσι], πού παρατηρεΐται σήμερα, μεταξύ «οίκουμενιστών» καί «άντιοικουμενιστών». Ό άγιος μιλάει παρεμπιπτόντως γιά τό θέμα αύτό. Στο βιβλίο του Ποιμαντική (1), πώς άπαντφ;
Άπαντφ καταφατικά. Απόλυτα, θά έλέγαμε, καταφατικά. Γιατί δέν λέγει άπλώς «έπιτρέπεται» άλλά χρησιμοποιεί τή λέξη: «έπιβάλλεται». Καί ή λέξη «έπιβάλλεται», είναι πολύ πιο έντονη άπό τή λέξη «έπιτρέπεται». Ή μία άφήνει δικαίωμα έπιλογής, ή άλλη δέν άφήνει τέτοιο περιθώριο.
Ό άγιος Νεκτάριος λέγει: «Ό έπίσκοπος οφείλει νά έμμένη άείποτε (= ύπό τις όποιεσδήποτε συνθήκες) έν ταΐς ήθικαΐς τού ιερού Εύαγγελίου άρχαΐς»· καί σημειώνει έμφαντικά: Τις ήθικές αύτές άρχές τού Εύαγγελίου δέν έχει κανένας δικαίωμα νά τις παραβαίνει ούτε «δήθεν λόγω δογματικών διαφορών».
Αναφύεται εύλογα τό δικό μας ερώτημα: Μπορούμε λοιπόν να έχωμε σχέσεις με τούς ετεροδόξους;
Απαντάει ό άγιος: «Αί δογματικαί διαφοραί ώς άναγόμεναι προς μόνον τό κεφάλαιον τής πίστεως άφίενται ελεύθερον καί Απρόσβλητον τό τής άγάπης κεφάλαιον τό δόγμα δεν καταπολεμεί τήν άγάπην». Δηλαδή ή διαφορά δόγματος δεν αίρει, δεν καταργεί, τό χρέος τής άγάπης. Αντίθετα: Ή άγάπη είναι τόσο πλατειά ώστε συγκαταβαίνει «καί χαρίζεται» στο μή δόγμα. «Πάντα στέγει, πάντα ύπομένει». Δέν έπιτρέπεται τό δόγμα ούτε νά καθιστά τήν άγάπη Ανενεργό, ούτε νά τήν Αλλοιώνει· ούτε πολύ, ούτε στο έλάχιστο. «Δι'ό ούδ’ ή τών έτεροδόξων χωλαίνουσα πίστις δύναται ν’ άλλοιώση τό προς αύτούς τής άγάπης συναίσθημα», τό χρέος τής άγάπης.
2.         Μερικοί σύγχρονοί μας δέν συμφωνούν. Έχουν άλλη γνώμη. Λένε: Ναι. Οφείλουμε νά τούς Αγαπάμε! Καί τούς Αγαπάμε! Καί προσευχόμεθαγι’ αύτούς! Όμως. Άλλο άγάπη, καί άλλο έπικοινωνία.
Ή τοποθέτηση αύτή, τον άγιο Νεκτάριο δέν τον εύρίσκει σύμφωνο. « Ή άγάπη, λέγει, ούδέποτε χάριν δογματικής τίνος διαφοράς πρέπον νά θυσιάζεται». Πόσο κατηγορηματικός είναι ό άγιος! Ούτε «χάριν δογματικής τίνος διαφοράς!» τό χρέος είναι Απόλυτο.
Όμως Αρκεί ή προσευχή Από μακρυά;
Ό άγιος Νεκτάριος άπαντφ Όχι. Αύτό δέν Αρκεί. Όποιος λέγει ότι ή άγάπη μπορεί νά περιορισθή μόνο στήν προσευχή, κάνει λάθος! Καί σέ έπίρρωση, φέρνει σάν παράδειγμα τον Παύλο. Επισημαίνει ότι ό Απόστολος Παύλος προσευχόταν γιά τούς Εβραίους. Καί προσευχόταν γιά χάρη τους, γιά τή σωτηρία τους, «ηύχετο Ανάθεμα είναι αύτών», Αλλά καί έκανε τά πάντα γιά χάρη τους. Πάντοτε Από αύτούς άρχιζε.
Καί έπιφέρει: «Ό μή Αγαπών τούς έτεροδόξους έπίσκοπος ό μή καί ύπέρ αύτών έργαζόμενος, Από ψευδούς κινείται ζήλου καί έστερημένος έστίν Αγάπης- διότι όπου ή άγάπη, έκεΐ καί ή Αλήθεια καί τό φώς, ό δέ ψευδής ζήλος καί ή πεπλανημένη δόξα έξελέγχονται ύπό τού φωτός καί τής άγάπης καί Αποκρούονται». Μέ άλλα λόγια, γιά τον άγιο Νεκτάριο, έκεΐνοι πού άρνούνται τήν έπικοινωνία μέ τούς αιρετικούς ή σχισματικούς, είναι πλανεμένοι καί έχουν «ζήλον ού κατ’ έπίγνωσιν». Τί περισσότερο καί τί χειρότερο θά μπορούσε νά είχε είπεΐ;
3.         - Συμπέρασμα: Όχι δικό μου (=τού γράφοντος) άλλά τού άγιου Νεκταρίου:
           «Τά τής πίστεως ζητήματα ούδ’ όλως δέον έστι νά μειώσι τό τής άγάπης συναίσθη μα».
           Εκείνοι πού δέν θέλουν έπικοινωνία είναι «διδάσκαλοι τού μίσους»! Καί κατ’ έπέκταση «μαθηταί τού πονηρού», δηλαδή τού διαβόλου.
           Από τήν ίδια πηγή δέν έξέρχεται καί γλυκύ καί πικρό νερό.
           Από τήν ίδια καρδιά δέν μπορεί νά βγαίνη καί άγάπη καί μίσος καί πάθος!
           Όποιος έχει άγάπη καί διδάσκει τήν άγάπη, δέν μπορεί νά μή άγαπφκαί τούς έτεροδόξους καί τούς αιρετικούς. Καί είναι Αδύνατο νά μισή. Γιατί τό «πλήρωμα τής άγάπης έκδιώκει τό μίσος».
Είναι θαυμάσιος ό άγιος Νεκτάριος. Δέν μιλάει ούτε γιά ιερείς, ούτε γιά λαϊκούς. Γ ιατί αύτοί δέν ποιμένουν. Αύτοί είναι, ή συνεργοί-έντολοδόχοι (οί ιερείς) ή Απλώς ύπηρεσιακό
προσωπικό πού ύποβοηθεΐ τούς ποιμένες στο έργο τους (οί Λαϊκοί). Ό έπίσκοπος πρέπει νά δίδη την κατευθυντήρια αρχή καί να έποπτεύη τον διάλογο καί τήν έπικοινωνία.
Συμπέρασμα δικό μου. Τό συμπέρασμα αύτό είναι νόμιμο, για δυο λόγους:
           Διότι ό,τι ισχύει σαν έντολή Θεού για έναν αρχιερέα, ισχύει καί για ολόκληρη τήν Ιεραρχία τής Μίας Εκκλησίας, άφού αύτή έχει χρέος μέ Συνοδικές αποφάσεις νά έπιβάλλη τήν τήρηση τού θείου Νόμου- καί,
           Διότι ό άγιος Νεκτάριος σέ ό,τι έπραττε προς τήν κατεύθυνση τής άγάπης προς τούς αιρετικούς καί σχισματικούς, τελικά άνεφέρετο -όπως μαρτυρούν πολλές έπιστολές του- στον Οικουμενικό Πατριάρχη (2), παρ’ ότι δέν ύπήρξε ποτέ ό άμεσος προκαθήμενός του, γιά περαιτέρω προώθηση καί άξιοποίηση.
4.         Άν αύτό ισχύει γιά τον μεμονωμένο έπίσκοπο, σάν χρέος του άπό τις έπιταγές τού ήθικού νόμου τού Εύαγγελίου, πολύ περισσότερο ισχύει γιά τις Συνόδους των Τοπικών Εκκλησιών καί γιά τήν Ορθόδοξη Εκκλησία στο σύνολό της.
Β'
1.         Ό άγιος Νεκτάριος ομιλώντας γιά τό χρέος τού Επισκόπου νά μεριμνφ νά έχη έπικοινωνία μέ άγάπη γιά τούς έτεροδόξους καί σχισματικούς, στήν προσπάθειά του νά τούς έπαναφέρη μέ τον διάλογο στήν έπίγνωση τής άλήθειας, ύπενθυμίζει μέ έμφαση ότι στον τομέα αύτό άναπτύσσεται δυο ειδών ζήλος: ό ζήλος «κατ’ έπίγνωσιν» καί ό ζήλος «ού κατ’ έπίγνωσιν». Ή τοποθέτηση αύτή τού άγιου μας ύπεχρέωσε νά τήν άναζητήσωμε στά έργα του καί νά ίδούμε τί έννοεΐ. Καί πράγματι στο βιβλίο του, Γνώθι σαυτόν (3), παραθέτει όπως πάντοτε μέ σαφήνεια, ξεκάθαρα, τις άπόψεις του.
2.         Άς ίδούμε Λοιπόν: α', ποιος είναι ό «κατ’ έπίγνωσιν» ζηλωτής- καί β', ποιος είναι ό «ού κατ’ έπίγνωσιν» ζηλωτής.
α. Ποιος είναι «ό κατ’ έπίγνωσιν» ζηλωτής;
Απαντφ ό άγιος:
           Ό «κατ’ έπίγνωσιν» ζηλωτής, δέν είναι ποτέ, δέν μπορεί νά είναι ποτέ, μειωμένης ορθοδόξου αύτοσυνειδησίας άνθρωπος.
           «Είναι άληθής ένθους τής πίστεώς του Λατρευτής- είναι όντως όλως άφωσιωμένος τφ Θεφ καί αύστηρώς φυλάττει τον νόμον αύτού- είναι τηρητής τών πατρίων του παραδόσεων».
           «Διακαίεται ύπό τού πόθου προς διάδοσιν τού θείου Λόγου, προς στερέωσιν τής πίστεως, προς εύόδωσιν τού έργου τής Εκκλησίας, προς μείζονα έπίδοσιν τού θείου κηρύγματος, προς άποκατάστασιν τής βασιλείας τού Θεού έπί τής γής».
Όμως αύτό δέν άρκεΐ, τονίζει ό άγιος Νεκτάριος.
Γιά νά είναι γνήσιος ό ζήλος, οφείλει ό ζηλωτής νά καλλιεργή καί τον έσω άνθρωπον, νά είναι Χριστού εικόνα, «έραστής πασών τών άρετών».
Καί προσθέτει ό άγιος. Ό άληθινός ζηλωτής:
           «Δεν άπαυδά, εργαζόμενος, δεν άποκάμνει, πόνων δεν αισθάνεται κάματον, δαπανώμενος δεν εξαντλείται, δεν δυσθυμεί· άλλ’ άεί άκμα'ιος καί ζωηρός, εύθυμος καί θαρραλέος όρμφ προς νέαν εργασίαν».
           «Πυροϋται υπό τού ένθεου ζήλου του καί έπιζητεϊ νά έπεκτείνη τάς ένεργείας αύτού προς πάσαν την άνθρωπότητα ».
Μέ τί κίνητρο;
«Όρμώμενος έξ άγάπης προς τον Θεόν καί τον πλησίον».
Καί γι’ αύτό:
           «Ποιεί πάντα μετ’ άγάπης καί αύταπαρνήσεως».
           «Ούδέν πράττει τό δυνάμενον νά φέρη θλϊψιν τφ πλησίον αύτού»
           «Ούδέν έξωθεϊ αύτόν εις παρεκτροπήν».
Χαρακτηριστικά γνωρίσματα τού κατ’ έπίγνωσιν ζηλωτού είσίν άγάπη θερμή προς τον
Θεόν καί τον πλησίον αύτού, πραότης, άνεξιθρησκεία, άνεξικακία, εύεργεσίακαί
εύγένεια τρόπων».
Είναι τύπος άληθούς χριστιανού.
Συμπέρασμα: Τον άληθινό, τον «κατ’ έπίγνωσιν ζηλωτή», δέν θά τον εύρης σέ τίποτε
σκάρτο!
β. Ποιος είναι ό « μή κατ’ έπίγνωσιν» ζηλωτής;
Ό «μή κατ’ έπίγνωσιν» ζηλωτής έχει, κατά τον άγιό μας, τά έξής χαρακτηριστικά:
           «Πλανάται έν ταϊς σκέψεσι καί ένεργείαις αύτού». Δηλαδή ούτε σκέπτεται σωστά, ούτε ένεργεϊ σωστά. Είναι ένας άνθρωπος λάθος.
           «Πράττει τά ένάντια προς τάς διατάξεις τού θείου νόμου». Αύτοχαρακτηρίζεται «ζηλωτής» καί «φρουρός των πατρίκιον παραδόσεων». Προφανώς, άπό ύπερεκτίμηση των άπόψεών του καί τής άποστολής του. Χαρακτηρίζει άλλους, έκείνους πού δέν συμφωνούν μέ τις άπόψεις του, «προδότες τής Ορθοδόξου πίστεως» καί «σέ δογματικά ζητήματα μειοδότες». Επικρίνει. Καί κατακρίνει. Χάριν τής Ορθοδόξου Πίστεως. Δηλαδή;
           «Διαπράττει τό κακόν, όπως έπέλθη τό ύπ’ αύτού νοούμενον αγαθόν» (= καταντάει έσωτερικά ίησούίτης).
           Εύχεται τφ Θεφ νά ρίψη πύρ έξ ούρανού καί νά κατακαύση πάντας τους μή δεχομένους τάς άρχάς καί πεποιθήσεις αύτού». Εκφωνούν έναντίον τούς άναθέματα!
           «Τον μή κατ’ έπίγνωσιν ζηλωτήν χαρακτηρίζει μίσος προς τούς έτεροθρήσκους ή έτεροδόξους, ό φθόνος καί ό έπίμονος θυμός, ή έμπαθής άντίστασις προς τό άληθές πνεύμα τού θείου νόμου (= άσφαλώς αυτά δέν είναι ποτέ έκ Θεού), ή παράλογος έπιμονή έν τή ύπερασπίσει των ιδίων φρονημάτων (= πλήρης έλλειψις ταπείνωσης), ό παράφορος ζήλος προς κατίσχυσιν έν πάσι (= θέλει παντού νά τού περνάει, νά έχη τον τελευταίο λόγο), ή φιλοδοξία, ή φιλονικία, ή έρις καί τό φιλοτάραχον».
Και συμπεραίνει ό άγιος Νεκτάριος: «Ό μή κατ’ έπίγνωσιν ζηλωτής είναι άνθρωπος ολέθριος».
Τά αυστηρά αυτά λόγια του γεμάτου ταπείνωση καί άγάπη άγιου Νεκταρίου, πρέπει νά μάς προβληματίζουν όλους. Καί νά τό έχωμε μόνιμο έρώτημα μέσα μας: Μήπως ό ζήλος μου έκτρέπεται μέ ζήλον «ού κατ’ έπίγνωσιν» καί άντί καλού προξενεί κακό; Δοκιμαζέτω έκαστος έαυτόν. Έκαστος τφ ίδίψ Κυρίω στήκει ή πίπτει.
1.         Τά προλεχθέντα κάνουν νά έγείρεται τό έρώτημα:
            Μήπως ό άγιος Νεκτάριος είχε καταντήσει (άπό τήν πολλή συναισθηματική άγάπη του!) άνεδαφικός καί ουτοπικός;
           Μήπως δέν είχε τον πικρό ρεαλισμό τής δικής μας πείρας; Γιατί έμεΙς τό βλέπομε, ότι ό διάλογος μέ τήν Καθολική Εκκλησία βαδίζει προς πλήρη άποτυχία.
Όχι. Ό άγιος είχε μελετήσει καλά όλα τά συναφή προβλήματα. Καί στο βιβλίο του, Περί των αιτίων τού σχίσματος (4) καθιερώνει άρχές, πού σήμερα γιά τούς διαλόγους είναι καταστατικής αξίας. "Ας τις ίδούμε:
Λέγει ό άγιος Νεκτάριος: «Οί όροι τής ένώσεως (μεταξύ Ορθοδοξίας καί Λατινικής Δυτικής Εκκλησίας) είναι τοιούτοι, έόστε καθιστώσι τήν ζητουμένην ένωσιν άδύνατον διότι δέν έχουσι ούδέν σημεΐον συναντήσεως, ζητούσι δέ έκάτερα (τά μέρη) παρά τής έτέρας (Εκκλησίας), ούτε πλεΐον ούτε έλαττον, τήν άρνησιν έαυτής, άρνησιν τών θεμελιωδών άρχών, έφ’ ών έδράζεται όλον τό οικοδόμημα τής Εκκλησίας».
Εμείς ζητούμε νά άρνηθούν οί καθολικοί τό πρωτείο, τό άλάθητο, τό Filioque. Όμως έπάνω στά δόγματα αυτά στηρίζεται ολόκληρη ή Καθολική Εκκλησία. Άν τά άρνηθούν, άρνούνται τήν Εκκλησία τούς έκ θεμελίων κάτι πού είναι γι’ αύτούς πολύ δύσκολο, άν μή καί άδύνατο!
Ομοίως έκεΐνοι ζητούν άπό έμάς νά δεχθούμε τό πρωτείο καί τό άλάθητο. Αλλά καί έμεΐς, άν τά δεχθούμε αυτά, άρνούμεθα έκ θεμελίων τήν Εκκλησία μας, πού στηρίζεται στήν Συνοδικότητα. Άρα καί αύτό είναι άδύνατο νά γίνει! Προς τί λοιπόν ό διάλογος.
2.         Καί προχωρεί ό άγιος σέ μία άκόμη, καταστατικής σπουδαιότητος, διατύπωση. Λέγει:
«Εν όσψ τά μέν κύρια αίτια τού χωρισμού μένωσι τά αυτά, αί δέ Έκκλησίαι άντέχωνται τών έαυτών, ή ένωσις είναι άδύνατος· ϊνα θεμελιωθή αύτη, πρέπει νά στηρίζηται έπί τών αύτών άρχών (δηλ. νά έχουν τάδυό μέρη άποδεχθή τις αύτές θεμελιώδεις άρχές)· άλλως «πφς πόνος μάταιος».
Τά λόγια αυτά τού άγιου ισχύουν ad hoc γιά τον διάλογο μέ τούς Καθολικούς.
Ασφαλώς, τά ίδια ισχύουν καί γιά τον διάλογο μέ τούς Αντιχαλκηδονίους. Άν οί Άντιχαλκηδόνιοι μένουν στήν έκκλησιαστική τους ταυτότητα, νά άρνούνται τήν Σύνοδο τής Χαλκηδόνος, δέν είναι «πάς πόνος μάταιος»;
3.         Μετά από αυτά δημιουργεΐται εύλογα τό ερώτημα: Άν οι ετερόδοξοι εμμένουν στην ταυτότητα τής Εκκλησίας τους, καί συνεπώς, φαίνεται ολοκάθαρα άπό την άρχή, ότι «πφς πόνος μάταιος», τί λόγο ύπάρξεως έχουν οί διάλογοι καί οί έπικοινωνίες μέ τούς έτεροδόξους, αιρετικούς καί σχισματικούς;
Ασφαλώς, θά έπρεπε ό άγιος Νεκτάριος νά έλεγε: Λάθος. Συγγνώμη, άν είπα κάπου άλλού στά βιβλία μου κάτι διαφορετικό. Όμως δέν τό λέγει.
Τί λέγει;
Ό άγιος Νεκτάριος λέγει: «Έστι λίαν πιθανόν νά έλκύση προς έαυτόν (ό έπίσκοπος ό διαχειριζόμενος τον διάλογον) καί την έξ έσφαλμένης περιωπής κρίνουσαν δογματικόν τί ζήτημα έτερόδοξον έκκλησίαν» (5).
Δηλαδή ό άγιος Νεκτάριος λέγει:
Όσο καί άν φαίνεται «άδύνατον» καί «πόνος μάταιος», «έστι λίαν πιθανόν». Έτσι δέν ξεκινάει κάθε ιεραποστολική δραστηριότητα έσωτερικής καί έξωτερικής ιεραποστολής; Υπάρχει ποτέ σιγουριά γιά τό άποτέλεσμα;
Ό διάλογος έχει ένα σκοπό. Νά βοηθήση τήν έτερόδοξη ή σχισματική «έκκλησία», νά καταλάβη τό λάθος της. Γιατί μόνο τότε μπορεί, ύπάρχει πιθανότητα, νά έπανέλθη στήν Ορθοδοξία καί στήν σωτηρία (άφού ή Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ή Μία Έκκλησία), όχι ένα άτομο μόνο, άλλά ένα σύνολο, μία ολόκληρη «Έκκλησία».
Καί αύτός είναι ό ύπέρτατος στόχος κάθε ποιμαντικής: Νά έλκύση σύνολα. Σύνολα μεγάλα.
Ό στόχος τού άγιου Νεκταρίου είναι καθαρά ποιμαντικός. Άφορφ στήν σωτηρία. Ό έπίσκοπος, ή Έκκλησία, έργάζεται μόνο γιά τήν σωτηρία. Όχι γιά τά όποια σχέδια.
Συμπέρασμα
Ή έργασία τών άτόμων καί τής Εκκλησίας (=τών ποιμένων) γιά τήν σωτηρία, είναι κατά τον άπόστολο Παύλο ένας πόλεμος. Ανέκαθεν στούς πολέμους έφάρμοζαν μία τέχνη, πού λέγεται στρατηγική. Ή στρατηγική είναι μία μεθόδευση ένεργειών. Ή καλή μεθόδευση ένεργειών έδωκε σέ στρατηγούς περιφανείς νίκες. Ή κακή, έγινε άφορμή νά διαλυθούν κοσμοκρατορίες.
Τό ίδιο ισχύει καί γιά τήν πνευματική ζωή. Χρειαζόμαστε στρατηγική· καλή μεθόδευση. Στο «Γεροντικό» διαβάζομε:
Δυο μοναχοί συναντούν, χωριστά ό καθένας, έναν ιερέα τών ειδώλων στήν έρημο. Ό πρώτος μιλάει δογματικά, όπως τον έβλεπε ύπό τό πρίσμα τού δόγματος, ότι ή είδωλολατρεία είναι δαιμονική θρησκεία καί οί ιερείς της ύπηρέτες τού διαβόλου. Τού λέει:
-Αί, αί δαΐμον! Πού τρέχεις;
Ό άλλος τού μιλάει μέ τήν χριστιανική καλωσύνη καί άγάπη. Τού λέει:
-Σωθειης· σωθειης, καματηρέ!
Αυτό σημαίνει καλή μεθόδευσΐ]· καλή στρατηγική.
Έρωτάει με απορία ό ιερέας των ειδώλων τον άγιο Μακάριο.
-Τίκαλό είδες επάνω μου, χριστιανός σύ, καί μού μιλφς με τόσο καλό τρόπο; Απαντάει ό άγιος:
-Βλέπω, ότι έργάζεσαι γιά την ψυχή σου μέ ζήλο. Καί σέ λυπάμαι, γιατί δέν τό έχεις καταλάβει, ότι ό κόπος σου θά πάει χαμένος!...
Αποτέλεσμα:
           Τά λόγια του πρώτου έξόργισαν τον ιερέα τόσο, πού όρμησε έπάνω του καί τον «έσάπισε» στο ξύλο.
           Τά λόγια του δευτέρου, τον κατένυξαν τόσο, πού άφησε τήν είδωλολατρεία καί τό έπίζηλο άξίωμά του, καί έγινε χριστιανός καί μοναχός (Αββά Μακαρίου, λθ').
Τό πιστεύω καί τών δυο μοναχών ήταν τό ίδιο. Ό ένας έκαμε μία άκριτη μετωπική έπίθεση έναντίον τού ιερέα τών ειδώλων. Ό άγιος Μακάριος έφάρμοσε μία στρατηγική· έκαμε μία μεθόδευση. Καί έκέρδισε μία μεγάλη νίκη. Έκέρδισε έναν άνθρωπο. Έκέρδισε τον άδελφό του. Γιά τήν αίωνία ζωή.
###
Ό άγιος άπόστολος Ιωάννης «πλήρης ών τής άγάπης, πλήρης γέγονε καί τής θεολογίας».
Καί ό άγιος Νεκτάριος, ό άνθρωπος τής άνευ όρων, ορίων καί προϋποθέσεων άγάπης καί καλωσύνης, μέ τήν σιγουριά τής άγάπης καί τής γνώσης τής άγιας Ορθοδόξου Πίστεως, θεωρούσε χρέος του νά έχη έπικοινωνία μέ αιρετικούς καί σχισματικούς· ποθώντας καί έπιδιώκοντας τήν σωτηρία τους.
Είχε σωστό κριτήριο. Καί σωστό μέτρο. Καί έγινε τύπος Ορθοδοξίας καί όρθοπραξίας.
Σημειώσεις
1.         - Βλ. Αγίου Νεκταρίου, Μητροπολίτου Πενταπόλεως, Μάθημα Ποιμαντικής, Θεσσαλονίκη 1974 (3), σ. 192, άπ’ όπου καί τά έν συνέχειμ παραθέματα.
2.         - Βλ. Θεόκλητου μοναχού Διονυσιάτου. Ό άγιος Νεκτάριος Αίγίνης, σ. 329 κ.έ.
3.         - Βλ. Νεκταρίου Κεφαλά, Μητροπολίτου Πενταπόλεως, Τό γνώθι σαυτόν ήτοι μελέται θρησκευτικαί καί ήθικαί «...» Αθήναι 1962 (2) (Κεφάλαιον Ζ', παράγραφος 36), σσ. 135-136, άπ’ όπου καί τά συνέχεια παραθέματα.
4.         - ΒΛ. Άγιου Νεκταρίου, Μελέτη ιστορική περί των αιτίων τού Σχίσματος [...], τόμος A', Άθήναι 1998 (2), σσ. 28-29, απ' όπου καί τα έν συνέχειμ παραθέματα.
5.         - Βλ. Αγίου Νεκταρίου, Μητροπολίτου Πενταπόλεως, Μάθημα Ποιμαντικής, όπ.π.,σ. 192
Άγιος Νεκτάριος
Ή αγάπη τού Άγιου Νεκταρίου προς την φύση πρόδρομος ύγιούς οικολογικού ενδιαφέροντος
(Απόσπασμα 'Ομιλίας Μοναχής τής Ίεράς Μονής Αγίου Μηνφ Αίγίνης, μέ θέμα: «Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΤ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΦΥΣΙΝ -ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΥΓΙΟΥΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ»),
Στους βίους των Άγιων μας άλλα καί εκλεκτών σύγχρονων Μοναχών, συναντούμε αναρίθμητα θαυμαστά περιστατικά, κατά τά όποια τά άγρια ζώα ύποτάσσονται καί ύπηρετούν τούς Αγίους, μένουν πιστοί σύντροφοι καί διακονητές τους, άλλάκαί τά στοιχεία τής φύσεως ύπακούν σ’αύτούς, όπως κάποτε ή θάλασσα τής Τιβεριάδος καί ό άνεμος ύπήκουσαν στο πρόσταγμα τού Κυρίου. Αναφέρουμε ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα: a To λιοντάρι μεταφέρει τό νερό τών πατέρων στή Λαύρα τού Οσίου Γερασίμου τού Ίορδανίτου, ένώ πέφτει νεκρό μόλις Αντιλαμβάνεται τήν όσιακήν Κοίμησιν τού Αγίου διότι έχασε τον εύεργέτη του. β' Μία λεοπάρδαλις παραμένει έπί πολλά χρόνια κοντά στον Άββά Στέφανο τον Μαλωχά γιά νά τού φυλάττη τά λαχανικά άπό τά Αγριογούρουνα, γ' Ο όσιος Σεραφείμ τού Σάρωφ μοιραζόταν τό παξιμάδι του μαζί μέ μιά Αρκούδα καθώς καί μέ πλήθος ζώων πού τον περιτριγύριζαν, δ Ο γέρο Ισαάκ ό Διονυσιάτης κοιμόταν μαζί με ένα φίδι άλαφιάτη πού ήταν Αχώριστος φίλος του.
Ανέκαθεν οί Άγιοί μας, γιατί καί σήμερα ύπάρχουν Άγιοι, Αποτελούν τις ξεχωριστές έκεΐνες μορφές πού έλκύουν τήν Χάριν τού Θεού καί τήν έκπέμπουν σέ ολόκληρον τήν κτίσιν, Αγιάζοντας τήν. Ανάμεσά τους καί ό Άγιος Νεκτάριος, πού ή συμβολή του στο οικολογικό πρόβλημα - παρότι μάς ξενίζει στο άκουσμα - είναι, όπως καί όλων τών Αγίων, αύθεντική, γνήσια καί ολοκληρωμένη. Προβάλλει έναν νέον τρόπον ζωής, διαπνεόμενον άπό τό πνεύμα τής μετάνοιας, τής Αγάπης καί τής άσκήσεως.
Αν καί δέν συνέγραψε ειδική μελέτη γιά τό περιβάλλον μάς Αφήνει, κυριολεκτικά, έκθαμβους ή φωτισμένη καί σωστή βιοτή του Απέναντι στο συγκεκριμένο θέμα. Ό Άγιος σέ όλη του τή ζωή στάθηκε μέ σεβασμό μπροστά στο δημιούργημα τού Θεού, τήν κτίσιν. Δεχόταν τά Αγαθά τής φύσεως ώς δώρα τού Θεού καί τά χρησιμοποιούσε «μετά φόβου Θεού», Αδελφικής Αγάπης καί εύχαριστίας. Φυσική συνέπεια τού πνεύματος αύτού ήταν ή δοξολογική, σωστή χρήσις τής κτίσεως. Ή όσιακή μορφή του έχαρακτηρίζετο άπό Απόλυτον συμμετρίαν. Ή ζωή του, άκρως Ασκητική σ’ όλες τις έκδηλώσεις της, περιοριζόταν στις Απολύτως Απαραίτητες Ανάγκες. Ή τροφή του λιτότατη. Ή ένδυμασία του πτωχική καί εύτελής, ή σπατάλη καί ή πολυτέλεια άγνωστα σ’ αύτόν. Πώς, λοιπόν, ήταν δυνατόν ό χαριτωμένος αύτός άνθρωπος νά διανοηθή νά προξενήση τό παραμικρό κακό στο εδραίο δημιούργημα τού Θεού καί πώς ήταν δυνατόν νά κάνη έγωιστικήν χρήσιν τού κόσμου;
Τά περιστατικά τής ζωής του πού δείχνουν αύτήν τήν εύλογημένην στάσιν του είναι πάρα πολλά. Είναι γνωστή σέ όλους ή μεγάλη Αγάπη πού είχε γιά τά δέντρα καί τά λουλούδια. Στήν Ριζάρειο Σχολή, κατά τήν διάρκεια πού τήν διηύθυνε, ύπήρξε εισηγητής τού μαθήματος τής Γεωπονικής, καθώς μαρτυρεΐται στο βιβλίο Πρακτικών τού Συμβουλίου τής Σχολής, έτσι δύστε οί ιεροσπουδαστές, οί προερχόμενοι άπό τήν ύπαιθρο,
νά έκπαιδεύωνται καταλλήλως άποβαίνοντες χρήσιμοί στις πρακτικές έργασίες τής Ιδιαιτέρας πατρίδος τους. Σύμφωνα μέ τις μαρτυρίες των μαθητών τής Σχολής τής έποχής έκείνης, ό Άγιος Νεκτάριος περιποιείτο προσωπικώς τον κήπον τής Σχολής. Λέγεται ότι κάθε πρωί, πριν τήν Ακολουθία τού Όρθρου, ό Άγιος έσκαβε τον κήπο καί έμπλουτίζοντάς τον μέ νέα λουλούδια καί δέντρα καί παρακολουθώντας τήν αύξησιν τών ήδη ύπαρχόντων άπεδείκνυε έμπράκτως τήν άγάπη του προς τήν φύσιν.
Κατά τό έτος 1906, ένώ άκόμη ήταν στήν ΡίζάρείΟ, στέλνει ώς δωρεά στον Δήμο τής Αίγίνης πέντε χιλιάδες μωρεόδεντρα γίά τήν μωρεοφυτεία τής νήσου, όπως γίνεται φανερόν άπό τό ύπ’ άρίθμ. 294/12.3.1906 έγγραφον τού Δημάρχου στο οποίο έκφράζονταί οί εύχαρίστίες καί ή εύγνωμοσύνη αύτού καί όμολογούνταί οί πολλές εύεργεσίες τού Άγιου προς τήν νήσον τής Αίγίνης. Κατ’ έξοχήν φίλος τού πρασίνου έπίθυμούσε νά πληρωθούν όλες οί γωνιές τής νήσου μέ φυτείες δένδρων χρησίμων.
Αλλά καί κατόπιν, στο Μοναστήρι τής Αγίας Τριάδος, στον Ιερό Παρθενώνα του, στήν Αίγινα ήσχολεΐτο καί «εις χειρωνακτικός έργασίας καί μάλιστα βαρείάς μορφής, καλλίεργών κήπους καί άγρούς, ποτίζων αύτούς δι’ ύδατος, μεταφερομένου ύπ’ Αύτού έκ μακρινής άποστάσεως, άνοίγων αύλακας καί οχετούς...», όπως χαρακτηριστικά άναφέρεταί.
Κάποτε ένα μικρό κοριτσάκι, πού έπισκεπτόταν συχνά τή Μονή έκοβε τά λουλούδια τής αύλής. Ό Άγιος πού τό είδε, τού είπε: «Γιατί παιδί μου κόβεις τά λουλουδάκια τής Παναγίας;». Είναι χαρακτηριστική ή άγάπη τού Αγίου γιά τήν Παναγία στήν όποια άφιέρωνε κάθε τι ώραίο.
Κατά προφορική μαρτυρία τής μακαριστής Γερόντισσας τής Ίεράς Μονής Αγίου Μηνά Νεκταρίας, άνήμερα τό Πάσχα έστελνε ό Άγιος μία Μοναχή μαζί μέ τά παιδιά, πού έφιλοξενούντο στο Μοναστήρι του, νά ψάλλουν στο βουνό τό «Χριστός Άνέστη», γιά νά τό άκούση όλη ή φύσις...
Άγιος Νεκτάριος
Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΗΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΑΘΛΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ
Άρθρο τού Αριστοτέλη Χρ. Εΰτυχιάδη, Επίκουρου Καθηγητή τής Ιστορίας τής Ιατρικής
Σχολής τού Πανεπιστημίου Αθηνών. Περιοδικό «Τόλμη» τής Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Τεύχος 9, Ιούνιος 2001, σελίδες 62-65.
Οί Ολυμπιακοί Αγώνες αναγνωρίζονται διεθνώς ώς ή συνέχεια τών αγώνων τής αρχαίας Ολυμπίας, όπου τα έλληνικάκράτη-πόλεις, αφήνοντας κατά μέρος τούς πολέμους καί κάθε είδους έχθρότητες, προσπαθούσαν, ύπό τή σκιά καί τήν προστασία τών θεών τους καί μέσα στο πνεύμα τής ειρήνης, νά προβάλουν, μέσα άπό τά άγωνίσματα τών έπίλεκτων άθλητών τους, τά Ιδανικά «του εδραίου, τού μεγάλου καί τού άληθινού». Οί ειρηνικοί αύτοί άθλητικοί άγώνες είχαν ώς στόχο τους νά διδάξουν στον έλληνικό λαό τήν εύγενική άμιλλα καί νά κατασιγάσουν τις πολεμικές άναμετρήσεις. Σέ αύτό συντελούσε καί τό γεγονός ότι ήταν «στενά συνδεδεμένοι μέ θρησκευτικές έκδηλώσεις καί άποτελούσαν μέρος τής λατρείας». Σύμφωνα μέ τον σκοπό καί τό πλαίσιο τού ιερού χώρου όπου έτελούντο, ύπήρχε καί ό ειδικός προστάτης τών άγώνων αύτών, όπως ό Δίας καί ό Απόλλων. Ακόμη καί πολύ άργότερα, όταν βαθμιαίως μετασχηματίσθηκαν σέ γνησίους Αθλητικούς άγώνες, δέν έπαψαν «νά συνδέονται μέ τή θρησκεία» καινά «γίνονται προς τιμήν μιάς θεότητας».
Από τήν Αναβίωσή τους τό 1896, μέ τή συμμετοχή πλέον τής παγκοσμίου κοινότητος, τό θρησκευτικό ιστορικό νόημα καί πλαίσιο τών Ολυμπιακών Άγώνων έκφράζεται μέσα άπό τό τελετουργικό άφής τής ολυμπιακής φλόγας, ή όποια καί τότε έκαιγε άσβεστη ήμέρα καί νύκτα, καθώς καί τον ολυμπιακό ύμνο, στον οποίο δεσπόζει ή μορφή τού Απόλλωνος. Αύτό γιά λόγους ιστορικούς είναι θαυμάσιο, διότι διατηρεί τό έντόνως θρησκευτικό πνεύμα τών άγώνων αύτών καί τούς καθιστά εύγενεϊς καί ειρηνικούς. Τό πνεύμα αύτό παραμένει ούσιώδες καί σήμερα σέ έπίπεδο άθλητών, διότι οί όλυμπιονίκες μας έπικαλούνται τήν δύναμη τού θεού στο έγχείρημά τους, όχι μόνον λεκτικώς, άλλά καί άσφαλιζόμενοι μέ τό σημείο τού Σταυρού. Αύτό διαπιστώνεται μέσψ τής τηλεοράσεως καί γιά τούς άλλους χριστιανούς Αθλητές, Ασφαλώς, δέ, θά ισχύει καί γιά τούς Αθλητές άλλων, μή χριστιανικών θρησκευμάτων, οί οποίοι έχουν τον δικό τους τρόπο έπικλήσεως τού Θεού. Οί ίδιοι οί Αθλητές δηλαδή, έκτος τής Αθλητικής, παιδευτικής, κοινωνικής, ειρηνικής, πολιτικής, πολιτισμικής, έθνικής καί παγκοσμίου προοπτικής, Αποδίδουν στούς Ολυμπιακούς Αγώνες καί τήν Αληθινή πνευματική τους διάσταση, τό ύψηλό ήθικό καί θεοπρεπές κύρος, όπως Ακριβώς τό ήθελαν οί Αρχαίοι μας «δεισιδαιμονέστεροι» πρόγονοι καί ιδρυτές τών άγώνων αύτών.
Ή νεωτέρα χριστιανική Ελλάδα, χωρίς νά άποβάλει τά ιστορικά πνευματικά σύμβολα τών Ολυμπιακών Άγώνων, τά οποία ση ματοδοτούν τή θρησκευτικότητα τών άγώνων αύτών, καί τις πνευματικές τους διαστάσεις, πρέπει έν τούτοις νά καταστήσει σαφή τήν παρουσία τού θεού, τον οποίο πιστεύει καί έπικαλεϊται σέ όλες τις περιστάσεις οί οποίες τήν Αφορούν. Πρέπει νά Αναζητήσει τον Άγιο Προστάτη τών άγώνων καί νά τούς έντάξει κάτω άπό τήν προστασία του, γιατί όντως ύπάρχει ό Άγιος τών άγώνων καί τών σταδίων, ό Άγιος Νεκτάριος, γιά λόγους τούς όποιους έκθέτουμε στή συνέχεια.
Τρία χρόνια προ τής διεξαγωγής τών πρώτων συγχρόνων Ολυμπιακών Άγώνων στήν Αθήνα τό 1896, ό Άγιος Νεκτάριος Κεφαλάς, ό έν Αίγίνη, «ό πάλαι ποτέ Μητροπολίτης
Πενταπόλεως», σε μελέτη τοϋ υπό μορφή εγγράφου ομιλίας «Περί Γυμναστικής», άναφέρεται στήν άξια καί τον σκοπό τής γυμναστικής άθλήσεως καί των αθλοπαιδιών για τούς νέους. Τήν ομιλία έξεφώνησε ό ίδιος στα έγκαίνια Γυμναστικού Συλλόγου στήν Κύμη τής Εύβοιας, τήν 21η Αύγούστου τού έτους 1893. Όπως δέ έτόνισε, τότε «ή εύέλπιδα τής Κύμης νεολαία» είχε «τήν πρωτοβουλίαν καί τό θάρρος όπως... θέση πρώτη τό βήμα προς τά πρόσω καί δώση τήν πρώτην ώθησιν προς τήν πρόοδον». Αύτό συνέβη μόνον δυο χρόνια μετά τήν ίδρυση τού Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου, τό 1891, στήν Αθήνα, καί άφορούσε μίακαθαρώς ιδιωτική πρωτοβουλία έκ μέρους τών νέων.
Ακολουθώντας «τον Σταγειρίτη φιλόσοφον Αριστοτέλη», κατά τον όποιο «τά τέ ύπερβάλλοντα γυμνάσια καί τά έλλείποντα φθείρει τήν ψυχήν, σφζεται δέ ή σωφροσύνη ύπό τής μεσότητος», έπαναφέρει καί άναδεικνύει όλα τά στοιχεία έκεΐνα τά όποια συνιστούσαν τήν άθληση στούς Ολυμπιακούς Αγώνες, καί άποκλείει έκ προοιμίου τον αύτοσκοπό τής άθλήσεως: «Ή σύμμετρος σωματική γυμνάσιά έθεωρήθη άπ’ αιώνων ύπό πάντων τών πεπολιτισμένων έθνών ώς άναγκαία άσκησις καί άναπόσπαστος άκόλουθος καί σύντροφος παντός έλευθέρου καί εύ ήγμένου πολίτου καί τής τελείας παιδεύσεως ό άληθής χαρακτήρ». Σημειώνει τήν παρουσία Γυμναστικών Συλλόγων στήν Ελλάδα καί στήν Εύρώπη, οί όποιοι, όπως λέγει, άποτελούν φυτώριο όχι μόνον γιά τήν άθληση, άλλά καί τήν παίδευση τής νεότητας: «Τής άρμονικής γυμνασίας τών δυνάμεων τής ψυχής καί τού σώματος, τής έγκαινιζομένης σήμερον ύπό τού συστάντος σήμερον Γυμναστικού Συλλόγου τής μουσικοτραφούς νεότητος, συνήλθομεν νά τελέσωμεν τά έγκαίνια... Ή σύστασις τού Συλλόγου τούτου... προώρισται νά άναδείξη καλούς καγαθούς άνδρας», οί όποιοι δύνανται νά καταστούν «ώφέλιμοι τή τέ πόλει καί τή κοινωνία καί τή πατρίδι... ώφελιμότατοι προς τέ τό έθνος καί τήν άνθρωπότητα έν γένει». Ώς νόημα τών άγώνων καί τελικό σκοπό τούς καθόριζε τήν «άρετάν πολύμοχθον», κατά τήν έκφραση τού Αριστοτέλη, καί «τήν σωφροσύνην», τήν όποια θεωρούσε «σύμβολο τής ύγείας τής ψυχής καί μητέρα πάσης άρετής». Κατά τον Άγιο Νεκτάριο, οί άγώνες είχαν πνευματική προοπτική, νά άναδείξουν «άνδρας τελείως με μορφωμένους, ικανούς προς πάσαν έπιχείρησιν», καθ’ όσον «ή άσκησις προθυμοτέρους προς τούς άγώνας καθιστά διά τήν έξιν, καί φιλοπονωτέρους διά τήν προς τούς πόνους οίκείωσιν». Ό Άγιος Νεκτάριος έδιδε τόση σημασία στούς άθλητικούς Συλλόγους, ώστε νά σημειώνει μέ έμφαση ότι ή «πεπολιτισμένη Εύρώπη άριθμεΐ τοσούτους συλλόγους γυμναστικούς, ών τό πλήθος ύπερβαίνει τον άριθμόν τών σχολείων».
Ώς είναι φυσικό κατόπιν αύτών, δέν παραλείπει νά άναλύσει τά ώφέλη άπό τήν συνάθληση τών νέων σέ άγώνες: «Ό Γυμναστικός Σύλλογος προτίθεται διά τής συνεχούς ομιλίας τών έταίρων νά σύσφιγξη τούς δεσμούς τής φιλίας, νά άδελφοποίηση τήν νεολαίαν, νά διασκέδαση τάς ταπεινάς άντιπάθειας καί άντιζηλίας, νά άποσπάση αύτήν τών ματαίων καί άνωφελών άσχολιών... άνάπτυξη τήν συγγενή άμιλλαν, αύξήση τήν φιλοτιμίαν, άπομακρύνη τήν άργίαν, τήν γενέτειραν τής άκηδίας, τής χαυνότητος, τής άμελείας καί πάσης κακίας καί παρασκευάση άνδρας κρατερούς προς ύπεράσπισιν τών δικαίων τής πατρίδος».
Είναι άξιοσημείωτο ότι οί πρωτοποριακές αύτές τοποθετήσεις τού Αγίου Νεκταρίου έπί τών γυμναστικών άγώνων, μέ σκοπό νά συντελέσει καί αύτός «εις τήν άληθή μόρφωσιν καί έκπαίδευσιν», καρπός τού φωτισμένου μυαλού του, συμπίπτουν χρονικώς μέ τις σκέψεις καί τις ένέργειες τού γάλλου βαρόνου, έμπνευστού καί είσηγητού τών συγχρόνων ολυμπιακών Άγώνων, οί όποιοι άνασυστάθηκαν μέν τό 1896, μέ τήν πρώτη τους τέλεση στήν Αθήνα, είχαν όμως άρχισει νά δρομολογούνται ύπό τού άπό τό 1892, μέ τήν ομιλία του στή Σορβόννη, κατά τήν πέμπτη έπέτειο τής Ένώσεως τών Γαλλικών
Αθλητικών Σωματείων, καί μέ τή θετική απόφαση τού Συνεδρίου των διεθνών γυμναστικών Συλλόγων, τό 1894. Ή λεπτομερής εκτίμηση τού Αγίου Νεκταρίου περί τών αθλητικών αγώνων καί γυμναστικών Συλλόγων τοποθετείται ακριβώς μεταξύ τών δυο αύτών όροσήμων τής άναβιώσεως τών 'Ολυμπιακών Αγώνων, άλλα καί συμπίπτει μέ τό «περιεχόμενο τής φιλοσοφίας τού ολυμπισμού», τον όποιον άνεβίωσε καί «καθόρισε ό Ρ. DE COUBERTIN, όταν «πολύ σύντομα διαπίστωσε πώς οί αρχαίοι Έλληνες, αντίθετα μέ τούς συγχρόνους του, χρησιμοποιούσαν σαν βασικό στοιχείο τής αγωγής τήν αγωνιστική, πού δέν χάριζε μόνον στούς νέους ύγιή καί έξασκημένα σώματα, άλλα διαμόρφωνε καί τον ψυχικό καί πνευματικό τους κόσμο, μέ άποτέλεσμα νά γίνονται ολοκληρωμένοι άνθρωποι καί χρήσιμοι στήν κοινωνία πολίτες». Συμπίπτει όμως καί μέ τήν γενική έκτίμηση ότι ό ολυμπισμός «άπό βλέπει στήν καθολική διαπαιδαγώγηση τού άτόμου, ώστε άναπτύσσοντας άρμονικά τις πνευματικές, σωματικές καί ήθικές τού δυνάμεις, νά άγγίση τό ιδανικό της καλοκαγαθίας τών άρχαίων Ελλήνων». Δέν πρέπει, άσφαλώς, νά άγνοηθή ότι κατά τή χρονική αύτή συγκυρία τής εύρωπαϊκής άφυπνήσεως γιά τά ολυμπιακά άθλήματα, ό Άγιος μέ τρόπο προορατικό έλεγε προς τό πανελλήνιο γιά τον Γυμναστικό Σύλλογο τής Κύμης, καί όχι μόνον, ότι «έπιζητεΐ νά βαδίση έπί τά ίχνη τών προγόνων του», καί ότι «συναισθάνεται ότι έλαχε τή παρούση γενεά ό κλήρος νά συμπλήρωση τό έργο τών πατέρων της... συναισθάνεται ότι τή έκληροδοτήθησαν ύποχρεώσεις ίεραί, τάς όποιας μετ’ αύταπαρνήσεως οφείλει νά έκπλήρωση, συναισθάνεται ότι ού καιρός τού καθεύδειν, άλλά τού έγρηγορεΐν, μή άλλοι άνθ’ ήμών στήσωσι τά τρόπαια».
Πέρα τών άθλητικών τοποθετήσεών του καί τού άγιοπνευματικού κύρους του, ή χρονική αύτή συγκυρία τού Αγίου Νεκταρίου, ώς άναλυτού καί έμψυχωτού τών άθλητικών άγώνων στήν Ελλάδα, μέ τήν προπαρασκευή τής άνασυστάσεως τών 'Ολυμπιακών Αγώνων, άρχής γενομένης άπό τήν Αθήνα, ούδέν περιθώριο άφήνει άμφισβητήσεως τού Αγίου Νεκταρίου ώς Προστάτου τής γυμναστικής άθλήσεως καί τών Ολυμπιακών Άγώνων σέ έκκλησιαστικό καί ένδεχομένως έθνικό μας έπίπεδο. Εν όψει μάλιστα τών ύφισταμένων δυσκολιών, τις όποιες συνεπάγεται τό έγχείρημα τής όργανώσεως τόσο μεγάλων άγώνων, άλλά καί τών έν γένει προβλημάτων καί κινδύνων οί όποιοι πάντοτε έλλοχεύουν σέ παγκόσμια γεγονότα, ή κατά τήν προσφιλή της Εκκλησίας μας τακτική περί Προστατών Αγίων άναθέση τών Άγώνων αύτών στή σκέπη καί τήν προστασία τού Αγίου Νεκταρίου είναι μάλλον έπιβεβλημένη καί εύκταία. Ή εύχή καί ή εύλογία τού προς τον Γυμναστικό Σύλλογο τής Κύμης τού 1893 συνοδεύει όλους τους Αθλητικούς Συλλόγους καί όλα τά στάδια τών άγώνων, κατά συνέπεια δέ καί τών 'Ολυμπιακών: «Πέποιθα ότι καί ό γυμναστικός ούτος σύλλογος θά τύχη τής προσηκούσης ύποστηρίξεως... όπως βαδίση άπροσκόπτως προς τό στάδιο τού άγώνος καί έκπλήρωση άσφαλώς τον όποιον προτίθεται μέγα σκοπόν. Γένοιτο!
Άγιος Νεκτάριος
Ή άποψη τού Άγιου Νεκταρίου γιά τή γυμναστική καί τούς γυμναστικούς συλλόγους
Απόσπασμα είσηγήσεως τού Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναύπακτού και Άγιου Βλασίου κ. Ιεροθέου, «Αθλητική καί Πνευματική Άσκηση, τό σώμα στον Αθλητισμό καί στήν Ορθόδοξη Πνευματικότητα», στο δεύτερο Αθλητικό Συνέδριο / 'Ημερίδα στελεχών Νεότητος, μέ θέμα «Αθλητική και Πνευματική Άσκηση, τό σώμα στον Αθλητισμό και στήν 'Ορθόδοξη Πνευματικότητα», πού διοργάνωσε μέ τήν εύθύνη τής Συνοδικής Επιτροπής γιά τούς Ολυμπιακούς Αγώνες τού 2004 ή Ιερά Σύνοδος τής Εκκλησίας τής Ελλάδος καί πραγματοποιήθηκε τό Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2003 στο Διορθόδοξο Κέντρο τής Ίεράς
Μονής Πεντέλης. Εκτενή τμήματά τής είσηγήσεως δημοσιεύτηκαν στήν έφημερίδα «Εκκλησιαστική Παρέμβαση», στά τεύχη Οκτωβρίου καί Νοεμβρίου 2003 (τεύχη 93 καί 94) Τό πλήρες κείμενο μπορεί νά άναζητηθεΐ έπίσης στήν ιστοσελίδα τής Ίεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου (www.parembasis.gr).
Ο άγιος Νεκτάριος, Επίσκοπος Πενταπόλεως, τό έτος 1901 εύρισκόμενος στήν Αθήνα συνέταξε καί δημοσίευσε ένα κείμενο μέ τίτλο «Περί γυμναστικής». Ή περίοδος αύτή είναι σημαντική, διότι όπως είναι γνωστόν λίγα χρόνια προηγουμένως, ήτοι τό 1896, είχαν γίνει στήν Αθήνα οί Ολυμπιακοί Αγώνες καί όπως ήταν έπόμενο είχε καλλιεργηθή ένα πνεύμα εύφορίας γύρω άπό τον Αθλητισμό καί ιδρύονταν πολλοί γυμναστικοί σύλλογοι γιά τον σκοπό αύτό. Επομένως, είναι ένδιαφέρον νά δούμε τήν άποψη ένός άγιου, τού μεγάλου άγιου τών ήμερών μας γιά τό θέμα πού μάς Απασχολεί. Έτσι θά έχουμε καί ένα κριτήριο μέ τό όποιο θά κρίνουμε καί τά σύγχρονα γεγονότα σχετικά μέ τήν άθληση καί τούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Τό άρθρο αύτό άναδημοσιεύθηκε άπό τον Μητροπολίτη Κένυας καί Είρηνουπόλεως Μακάριο στο βιβλίο τού «Ιστορικά Άνάλεκτα Πατριαρχείου Αλεξάνδρειάς καί πάσης Αφρικής", τόμος Α', Λευκωσία 2002.
Στήν άρχή τού κειμένου του ό άγιος Νεκτάριος προτάσσει τον λόγο τού Αριστοτέλους, σύμφωνα μέ τον όποιο «Τά τε ύπερβάλλοντα γυμνάσια καί τά έλλείποντα φθείρει τήν ψυχήν, σφζεται δέ ή σωφροσύνη ύπό τής μεσότητος». Μέ τήν πρόταξη αύτού τού Αριστοτελικού λόγου γίνεται φανερό ότι ό άγιος Νεκτάριος είναι ύπέρ τού μέτρου, γιατί κάθε ύπερβολή δημιουργεί προβλήματα στήν ψυχή τού Ανθρώπου, ένφ ή μεσότητα είναι έκείνη πού σφζει τήν σωφροσύνη. Αύτό, βέβαια, όπως θά δούμε στήν συνέχεια, σημαίνει ότι ό άγιος Νεκτάριος δέχεται τήν γυμναστική καί τήν άθληση τού σώματος, Αρκεί νά τηρούνται οί προϋποθέσεις τής μεσότητος.
Ό άγιος Νεκτάριος Αρχίζοντας τήν Ανάλυση τοϋ θέματός του μέ βάση τό Αριστοτελικό αύτό χωρίο, τό όποιο ονομάζει «σοφόν Απόφθεγμα», θεωρεί ότι ή σύμμετρη σωματική γυμνάσιά, θεωρήθηκε άπό όλους ώς ό Αληθινός χαρακτήρας κάθε τελείας παιδεύσεως. Γράφει: «ή σύμμετρος σωματική γυμνάσιά έθεωρήθη άπ' αιώνων ύπό πάντων τών πεπολιτισμένων έθνών ώς Αναγκαία άσκησις καί Αναπόσπαστος Ακόλουθος, καί σύντροφος παντός έλευθέρου καί εύ ήγμένου πολίτου, καί τής τελείας παιδεύσεως ό Αληθής χαρακτήρ».
Στήν συνέχεια προχωρεί γιά νά τεκμηριώση τήν άποψη αύτή, μέ τό σημαντικό έπιχείρημα ότι ύπάρχει στενός σύνδεσμος μεταξύ ψυχής καί σώματος καί κατά συνέπεια ύπάρχει Αλληλεπίδραση τών δυο αύτών στοιχείων τοϋ Ανθρώπου. Κάθε τί πού συμβαίνει στο σώμα τοϋ Ανθρώπου άνταποκρίνεται στο ένιαΐο πρόσωπο καί τό ίδιο συμβαίνει καί
στον ψυχικό κόσμο τού ανθρώπου. Όταν τό σώμα πάσχει, ό άνθρωπος Λέγει ότι «εγώ πάσχω». Τό ίδιο, βέβαια, συμβαίνει καί μέ τό πάθος τής ψυχής «διά τό ένιαΐον πρόσωπον». Επομένως καί τά δυο στοιχεία άσθενούν καί τά δυο υγιαίνουν μέ τήν άλληλοεπίδραση τού ένός έπί τού άλλου. Όπότε «ό άνθρωπος οφείλει νά προνοήση ύπέρ τής ένισχύσεως άμφοτέρων». Τό συμπέρασμα δέ αύτού τού σημείου, κατά τον άγιο Νεκτάριο είναι ότι «ή άσκησις καί ή γυμνάσιά τού τέ σώματος καί τού πνεύματος, παντί εύ είδότι τά περί αύτόν, είσί συμφυή καθήκοντα, έπιβαλλόμενα αύτώ ύπό τής ιδίας φύσεως καί τού προορισμού του, διότι τό μέν σώμα εύεκτούν ύπηρετεΐ τή ψυχή προθύμως καί άόκνως, ή δέ ψυχή, άνεπτυγμένας έχουσα τάς έαυτής δυνάμεις, σωφρονεΐ καί ύγιαίνει καί τάς τού σώματος δυνάμεις σωφρόνως χειρίζεται». Κατά τον άγιο Νεκτάριο όχι μόνον ή ψυχική ύγεία τού άνθρώπου βοηθά τό σώμα, άλλά καί ή σωματική ύγεία τού άνθρώπου βοηθά στήν ύγεία τής ψυχής.
'Ύστερα άπό αύτήν τήν γενική τοποθέτησή του ό άγιος Νεκτάριος προχωρεί στο νά ύπογραμμίση τήν άλήθεια ότι γιά τήν άνάπτυξη άμφοτέρων, δηλαδή τής ψυχής καί τού σώματος, χρειάζεται μεγάλη έπιμέλεια καί πρόνοια γιά νά μή όδηγηθή ό άνθρωπος στά άκρα. Μάλιστα, ή πρόνοια καί ή άσκηση τού σώματος πρέπει νά είναι Λελογισμένη, διότι ή ύπερβολική άσκηση τού σώματος φθείρει τήν ψυχή. Γενικά «ή άκρα προς τό εν πρόνοια έσται άμέλεια προς τό έτερον». Ιδιαιτέρως έπιμένει στήν φθορά πού προξενεί στον άνθρωπο ή ύπερβολική άσκηση τού σώματος. Μιά τέτοια ύπερβολική άσκηση διαφθείρει κατά διπλό τρόπο τήν ψυχή. Ό πρώτος τρόπος είναι ή έμμεση φθορά τής ψυχής μέ τήν άσθένεια, καί ό δεύτερος τρόπος γίνεται μέ τήν ύπερβολική δύναμη τού σώματος, διότι ή ύπερβολική δύναμη τού σώματος «δυσκάθεκτον καί δυσήλατον αύτό καθιστά καί άνυπότακτον καί θρασύ καί προς τάς τής ψυχής διακελεύσεις άπειθές». Καί έπειδή δέν έξασκεΐται στήν περίπτωση αύτή καί παράλληλη γυμνάσιά τής ψυχής καί κατά συνέπεια έκείνη άσθενεΐ, γι' αύτό μιά τέτοια ύπερβολική γυμναστική καί άθληση τού σώματος τού παρέχει «τό θράσος νά έπαναστατή κατά τού πνεύματος καί νά ζητήση νά καθυποτάξη αύτό καί ύπαγάγη ύπό τό κράτος του».
Οί άπόψεις αύτές οδηγούν τον άγιο Νεκτάριο στο νά καταγράψη μέ άκρίβεια ποιος τελικά είναι ό σκοπός τής γυμναστικής, δηλαδή τής άσκησης τού σώματος. Ό Λόγος του είναι ξεκάθαρος. Γράφει: «Όθεν διά τής γυμναστικής δέν έπιζητεΐται ή έπίτευξις άθλητικής ρώμης, ούδέ ή άκατάβλητος καί άδάμαστος τών μυώνων δύναμις, άλλ' ή ένίσχυσις τών σωματικών δυνάμεων προς πρόθυμον ίκανοποίησιν τών άπαιτήσεων τού πνεύματος καί πλήρωσιν τών έπιβεβλημένων αύτώ καθηκόντων, διότι σκοπόν προτίθεται ή γυμναστική ν' άναδείξη ούχί άθλητάς τών γυμνικών άγώνων, άλλ' άνδρας τελείως μεμορφωμένους, ικανούς προς πάσαν έπιχείρησιν, γνωστόν δέ ότι ή άσκησις προθυμοτέρους προς τούς άγώνας καθιστά διά τήν έξιν καί φιλοπονωτέρους διά τήν προς τούς πόνους οίκείωσιν.
Μεσάτης άρα έν τή γυμνασίμ προς διάσωσιν τής σωφροσύνης, ήτοι άρμονική άνάπτυξις τών δυνάμεων τής ψυχής καί τού σώματος μέν, όπως κυριαρχή τού σώματος, τού δέ, όπως προθύμως έκπληροΐ τά κελεύσματα».
Αφού καθόρισε μέ προσοχή ότι σκοπός τής άθλήσεως είναι νά καταστήση τον άνθρωπο ολοκληρωμένο, στήν συνέχεια τονίζει ότι έργο τής Πολιτείας, πού πρέπει νά μεριμνά καί νά ένδιαφέρεται γιά τήν προσφορά τελειοτέρας άγωγής προς τούς νέους, είναι νά ένδιαφερθή καί γιά τό έργο αύτό καί μάλιστα, όπως γράφει, πρέπει ή παρούσα γενεά νά Λάβη τήν ύποχρέωση «νά συμπληρώση τό έργον τών πατέρων της» καί νά έργασθή γιά τό μεγαλείο τού έθνους καί νά άγωνίζεται μέ έτοιμότητα «μή άλλοι άνθ' ήμών στήσωσι
τά τρόπαια έν τη Ανατολή, ήτις κλήρος έλαχε τή Έλλάδι». Αυτόν τον σκοπό έπιτελούν οί διάφοροι Σύλλογοι πού ιδρύονται.
Μέσα στα πλαίσια αύτά κάνει λόγο γιά τήν εύεργετική παρουσία των Συλλόγων καί, βέβαια, έννοεΐ τούς Συλλόγους πού ιδρύονταν μέ σκοπό τήν άθληση τού σώματος καί τήν γενικότερη μόρφωση καί τελείωση των νέων άνθρώπων. Τό έργο των Συλλόγων, κατά τον άγιο Νεκτάριο, είναι μεγάλο καί ωφέλιμο «διότι προώρισται ν' άναδείξη καλούς κάγαθούς άνδρας, ισχυρούς νά δειχθώσιν ωφέλιμοι τή πατρίδι. Οί σύλλογοι τοιούτο δέον νά έχωσι πρόγραμμα, δέον έστι νά έπιζητώσι νά βαδίσωσιν έπί τά ίχνη των προγόνων των, καί νά φανώσιν έφάμιλλοι προς τήν άρετήν των πατέρων των, καί νά συντελέσωσιν εις τήν πρόοδον καί άνάπτυξιν τής ιδιαιτέρας αύτών πατρίδος. Οί σύλλογοι δέον νά φέρωσι μεθ' έαυτών πάντα τά άπαιτούμενα προσόντα προς ένίσχυσίν των καί προς έπίτευξιν τού έπιδιωκομένου σκοπού».
Κάνοντας λόγο γιά τήν προσφορά των Συλλόγων αύτών καί πάλιν βρίσκει τήν εύκαιρία νά έπανέλθη στον τονισμό τής άνάγκης συνδυασμού τής σωματικής καί τής ψυχικής άσκήσεως πού συντελεί στήν άληθινή μόρφωση τού άνθρώπου. Γράφει: «ή σωματική γυμνάσιά καί ή πνευματική άνάπτυξις είσίν οί δυο πόλοι, περί οΰς στρέφεται ή τελεία μόρφωσις καί ή τελεία άγωγή». Τά άποτελέσματα μιάς τέτοιας ολοκληρωμένης άγωγής είναι μεγάλα διότι «ό κατ' άμφότερα άνεπτυγμένος άνθρωπος άποβαίνει άνήρ εύδαίμων, έξοχος, μεγαλεπίβολος, μεγαλοπράγμων, ισχυρός καί προς πάσαν έπιχείρησιν ικανός, ώφέλιμος δέ προς πάντας καί έν παντίκαιρφ». Μέ τον τρόπο αύτό καλλιεργείται ή διάνοια τού άνθρώπου καί κυρίως ή άρετή τής σωφροσύνης, ή όποια κατά τον Αριστοτέλη είναι «τό σύμβολον τής ύγείας τής ψυχής καί ή μήτηρ πάσης άρε τής».
Οί Σύλλογοι καί μάλιστα οί γυμναστικοί πρέπει νά προσφέρουν μία τέτοια παιδεία στούς νέους. Γι' αύτό ό άγιος Νεκτάριος θά γράψη: «Ταύτης τής άρετής τήν έπίτευξιν δέον νά έπιδιώκωσιν οί γυμναστικοί σύλλογοι, οϊτινες προς τοίς άλλοις νά προτίθενται διά τής συνεχούς ομιλίας τών έταίρων νά συσφίγξωσι τούς δεσμούς τής φιλίας, νά άδελφοποιήσωσι τήν νεολαίαν, νά διασκεδάσωσι τάς ταπεινάς άντιπαθείας καί άντιζηλίας, ν' άποσπάσωσιν αύτήν τών ματαίων καί άνωφελών άσχολιών, νά είσαγάγωσιν εις τό στάδιον τής προπαρασκευής, ν' άναπτύξωσι τήν εύγενή άμιλλαν, αύξήσωσι τήν φιλοτιμίαν, άπομακρύνωσι τήν άργίαν, τήν γενέτειραν τής άκηδείας, τής χαυνότητος, τής άμελείας καί πάσης κακίας καί προπαρασκευάσωσιν άνδρας κρατερούς προς ύπεράσπισιν τών δικαίων τής πατρίδος. Τοιούτος δέον νά ή ό σκοπός τών συλλόγων».
Όταν οί γυμναστικοί Σύλλογοι έχουν αύτόν τον σκοπό, νά γυμνάζουν τό σώμα καί τήν ψυχή συμμέτρως, τότε κανείς δεν μπορεί νά έχη άντίρρηση γιά τό έργο πού έπιτελούν. «Πώς δυνάμεθακαί τον έλάχιστον νά έπιδείξωμεν ένδοιασμόν περί τής έκ τών τοιούτων συλλόγων προσδοκομένης μεγάλης ώφελείας, όταν βλέπωμεν τον νούν βουλευόμενον τά άριστα, τό δέ σώμα άκόπως έκτελούν τά καλώς βεβουλευμένα;».
Δέν σταματά, όμως, μόνον στο νά τονίζη τήν άξια τών Συλλόγων, άλλά προχωρεί στο νά ύποστηρίξη τήν άποψη ότι ή έλλειψη τέτοιων Συλλόγων είναι «μαρτύριον τής άτελούς άναπτύξεως» καί τής στερήσεως πολλών άγαθών. Επαινεί δέ τήν Εύρώπη πού έχει καταλάβει τήν άξια τών Συλλόγων. «Ή πεπολιτισμένη Εύρώπη άριθμεΐ τοσούτους συλλόγους γυμναστικούς, ών τό πλήθος ύπερβαίνει τον άριθμόν τών σχολείων. Όποιους δέ άγλαούς καρπούς άποφέρουσι, πάντες γινώσκομεν".
Μετά την ανάλυση των σκέψεων τού ό άγιος Νεκτάριος φθάνει στο συμπέρασμα ότι ή Πολιτεία, οί δημοτικοί άρχοντες καί ή ευπορούσα τάξη πρέπει νά υποστηρίξουν την δημιουργία των γυμναστικών Συλλόγων γιά την ισόρροπη άνάπτυξη τού άνθρώπου. Γράφει:
«Την σπουδαιότητα καί την άναγκαιότητα των τοιούτων συλλόγων αί κοινωνίαι, κατανοήσασαι, έκθύμως αύτούς ύπεστήριξαν. Προς έπίτευξιν δέ τού έπιδιωκομένου σκοπού δέον οί γυμναστικοί ούτοι σύλλογοι νά τύχωσι τής προσηκούσης ύποστηρίξεως, των τέ έπιτοπίων δημοτικών άρχών, τών πολιτευτών καί πάσης έν γένει τής κοινωνίας, μάλιστα δέ τής εύπορούσης τάξεως, όπως βαδίσωσιν άπροσκόπτως προς τό στάδιον τού άγώνος καί έκπληρώσωσιν άσφαλώς τον όποιον προτίθενται μέγαν σκοπόν».
Από τήν παρουσίαση τών σκέψεων τού άγιου Νεκταρίου έξάγονται τά άκόλουθα συμπεράσματα.
Ό άγιος Νεκτάριος έζησε σέ μία έποχή στήν όποια ύπήρχε εύφορίαγιά τήν δημιουργία γυμναστικών Συλλόγων, ύστερα άπό τούς Ολυμπιακούς άγώνες τής Αθήνας τό 1896, γιά τήν άνάπτυξη τής γυμναστικής καί τής σωματικής άθλήσεως. Αύτό, άλλωστε, παρετηρεΐτο τήν έποχή έκείνη καί στήν Εύρώπη. Βλέποντας αύτό τό γεγονός ό άγιος Νεκτάριος δέν τό άρνεΐται, δέν τό κρίνει άρνητικά, δέν τό σχολιάζει κριτικά, άλλά κάνει θετικές προτάσεις. Αναγνωρίζει τήν άναγκαιότητα τής άθλήσεως τού σώματος, άλλά τονίζει ότι αύτό πρέπει νά γίνεται σύμμετρα καί πάντως παράλληλα μέ τήν άσκηση τής ψυχής. Προς τον σκοπό αύτό χρησιμοποιεί χωρίο τού Αριστοτέλους, τό όποιο σχολιάζει άπό πλευράς ορθοδόξου. Καί έκεΐνο πού παρατηρεί κανείς άπό τό κείμενο τού άγιου Νεκταρίου, όπως καί σέ όλα τά κείμενά του, είναι καί ή εύγένεια τού χαρακτήρος του καί ή έσωτερική του ήρεμία καί πραότητα.
Ό τρόπος αύτός μας δείχνει πώς καί έμεΐς πρέπει νά έργαζόμαστε στήν κοινωνία μας, άκόμη καί σέ αύτά τά φαινομενικά άρνητικά γεγονότα. Πρέπει νά έντοπίζουμε τό θετικό σημείο κάθε γεγονότος καί στήν συνέχεια μέ έπιχειρήματα, μέ εύγένεια νά οικοδομούμε τό πώς πρέπει νά γίνεται κατά τον καλύτερο τρόπο γιά νά έχη εύεργετικά άποτελέσματα.
Εκζήτηση συγνώμης άπό τον Άγιο Νεκτάριο τον Θαυματουργό
Εβδομήντα επτά έτη μετά την κοίμησή του, εκατόν οκτώ μετά τήν άναχώρησή του άπό τήν Αλεξάνδρεια καί τριάντα επτά μετά τήν επίσημη άναγνώρισή του ώς Αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας άπό τό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ό Άγιος Νεκτάριος ό Θαυματουργός, ό όποιος άδίκως είχε κατηγορηθή καί έκδιωχθή άπό τήν θέση του στο Πατριαρχείο τής Αλεξάνδρειάς, άποκατεστάθη διά άκυρώσεως καί έξαφανίσεως τής άδικης ποινής ή όποια τού είχε έπιβληθή. Συγκεκριμένα ό τότε Πατριάρχης Άλεξανρείας Πέτρος Ζ' (+2004) καί ή περί αυτόν Ιερά Σύνοδος τήν 15.1.1998 έζήτησαν κατά τήν διάρκεια συνοδικής συνεδρίας καί ένώπιον τής είκόνος τού Αγίου συγνώμη άπό τον Άγιο, έκ μέρους τής Εκκλησίας τής Αλεξάνδρειάς.
Στήν Ανακοίνωση τού Πατριαρχείου Αλεξάνδρειάς διαβάζουμε: «Τήν Α.Θ.Μ. άπό μακρού άπησχόλησε τό θέμα τής άδικου ποινής Αποπομπής έκ τής δικαιοδοσίας καί τού κλίματος τής Αλεξανδρινής Εκκλησίας, τού εν Άγίοις πατρός ήμών Νεκταρίου Πενταπόλεως τού Κεφαλά. Τό γεγονός τούτο ήγαγεν Αύτήν νά είσηγηθή εις τήν Αγία καί Ίεράν Σύνοδον, όπως αύτή έπιληφθή τού σοβαρού τούτου θέματος. Μετά προσοχής πολλής ή Αγία καί Ιερά Σύνοδος διασκεψαμένη, έν φόβψ Θεού, καί τής είκόνος τού Αγίου εύρισκομένης έν τή Συνοδική Αιθούση, άπεφήνατο διά τήν άποκατάστασιν τής διαλευθείσης κανονικής τάξεως καί έξητήσατο τήν συγχώρησιν παρά τού Αγίου Πατρός ήμών Νεκταρίου διά τον διωγμόν καί τήν άδικώτατην κατ’ αύτού μήνιν, έπηρείμ τού πονηρού».
Ή Απόφαση τού Πατριαρχείου Αλεξάνδρειάς είναι ιστορική. Όχι διότι ό Άγιος τού εικοστού αίώνος είχε Ανάγκη άπό τήν ένέργεια αύτήν, άλλά διότι ή πράξη αύτή είναι δείγμα γενναιότητος, μετάνοιας καί δικαιοσύνης. Είναι μία πράξη πού τιμφ τον Πατριάρχη Πέτρο καί τήν Σύνοδο τού Πατριαρχείου, οί όποιοι θέλησαν νά άποκαταστήσουν κυρίως τήν διασαλευθεΐσα κανονική τάξη καί τό τρωθέν κύρος τών τότε προκατόχων τους.
Τό φωτεινό παράδειγμα τού βίου καί τό έργο τού Αγίου Νεκταρίου μπορεί νά άποτελέση στήν διαχρονική πορεία τής Εκκλησίας, καί στούς σημερινούς δύσκολους καιρούς ιδιαίτερα, σημείο Αναφοράς γιά τούς έκκλησιαστικούς ήγέτες καί γιά κάθε χριστιανό. Θά μιμηθούμε ή θά μείνωμε στούς έγκωμιαστικούς λόγους;
Προσευχή εις τήν επέτειον του Άγιου Νεκταρίου
Με τήν εύκαιρίαν τής παρελεύσεως 108 ετών άπό τον άδικον διωγμόν και τήν αποπομπήν τού Άγιου έκ τού Πατριαρχείου Αλεξάνδρειάς.
(Έκ τής συλλογής τών διαφόρων περιστασιακών Προσευχών τού Μητροπολίτου Λεοντοπόλεως κ. Διονυσίου Χατζηβασιλείου)
Κύριε ήμών Ιησού Χριστέ, Σέ προσκυνούμεν καί Σ’ εύχαριστούμεν έκ βάθους καρδίας, διότι διά τής θεϊκής Αγάπης Σου, μάς έχάρισες πλήθος μορφών Αγίων, διά νά Αποτελούν τά ιδανικά πρότυπά μας, διά νά μεσιτεύουν καί ικετεύουν γιά μάς καί διά νά δοξάζουν τό πάντιμον καί μεγαλοπρεπές Όνομά Σου, μέ τά θαυμαστά έργα, τή
ζωη καί τά θαύματά των.
Εύλόγησον Κύριε, την πανήγυριν αύτήν, πού έπιτελούμεν σήμερον προς τιμήν τού άγιου ένδοξου Πατρός ήμών, Νεκταρίου Επισκόπου Πενταπόλεως τού Θαυματουργού.
Σύ Κύριε, ό έπαναπαυόμενος εις τούς Άγιους Σου, άξίωσον όπως ό έορταζόμενος Άγιος Νεκτάριος, γίνει ή κλίμακά μας, γιά νά Σε προσεγγίσωμεν καί λάβωμεν τήν έπουράνιον Χάριν Σου, τό μέγα έλεος Σου καί θείαν Σου εύλογίαν.
Δέξου Δέσποτα Πανάγιε, τάς μεσιτείας καί ικεσίας τού Άγιου Πατρός ήμών Νεκταρίου, διότι, έπειδή ήμείς εϊμεθα άνάξιοι, νά άπευθυνώμεθα άπ’ εύθείας προς Εσένα, τον αιώνιον Βασιλέα τής δόξης, καταφεύγομεν εις τον Προστάτην Άγιόν μας Νεκτάριον λέγοντάς του:
Άγιε τού Θεού Νεκτάριε, δυνατέ στήν πίστιν καί ύπόδειγμα τής ύπομονής καί καρτερίας, τής ταπεινοφροσύνης καί άνεξικακίας, εύλαβώς τιμώμεν τήν ίεράν σου μνήμην καί παρακαλούμεν έσέ, πού άδίκως έσυκοφαντήθης καί δεινώς έδοκιμάσθης άπό τούς διωγμούς καί τήν άποπομπήν σου έκ τού κλίματος Αλεξάνδρειάς, όπως συγχωρήσης τούς προαπελθόντας διώκτας σου, ήμάς δέ πάντας, νά περιφρουρήσης καί διαφυλάξης, άπό παντός κακού καί ολισθήματος.
Μεσίτευσον, Άγιε Νεκτάριε, προς Κύριον τον Θεόν, διά τήν ένίσχυσιν καί εύόδωσιν τού Πατριαρχείου Αλεξάνδρειάς, τού Σεπτού Προκαθημένου αύτού, τού ποιμνίου καί τού κλήρου του.
Πρέσβευε, Άγιε τού Θεού, όπως Κύριος ό Σωτήρ καί Άυτρωτής ήμών στηρίζει διά τής θείας Του δυνάμεως καί χάριτος, μικρούς καί μεγάλους, εις τήν Ορθόδοξον πίστιν. Νά χειραγωγή δέ τήν νεολαίαν μας καί νά χαρίζη πλούσια τά άγαθά Του στον Ελληνικόν λαόν.
Άγιε τού Θεού Νεκτάριε, Σύ πού τόσον εύλαβώς έλάτρευσες τήν Παρθένον Μαρίαν, τήν Μητέρα τού Κυρίου μας, γενού ταπεινός ικέτης Της, διά νά σκέπη καί περιφρουρε! τό Έθνος ήμών καί φέρει σ’ όλο τον κόσμον ειρήνην, ομόνοιαν καί άγάπην, προς δόξαν τού Ονόματος τής Παναγίας Τριάδος. Αμήν.




Έργα τού Αγίου Νεκταρίου
Άγιος Νεκτάριος
ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΗΣ
(κείμενο τοϋ Άγιου Νεκταρίου από τό βιβλίο του: Γνώθι σαυτόν, κεφ. Γ')
1.         Περί θείου έρωτος
Ό θείος έρως είναι αγάπη τού θείου τελεία, έκδηλουμένη ώς πόθος τού θείου άπαυστος. Ό θείος έρως γεννάται έν τή κεκαθαρμένη καρδίμ διότι έν αύτή έπιφοιτφ ή θεία χάρις. Ό έρως τού Θείου είναι θειον δώρημα, δωρηθέν τή άγνευούση ψυχή ύπό τής έπιφοιτησάσης καί άποκαλυφθείσης τή ψυχή θείας χάριτος. Ό θείος έρως ούδενί έγγίγνεται άνευ θείας άποκαλύψεως· διότι ή ψυχή ή μή δεχθεΐσα άποκάλυψιν, δέν έσχε τήν επ' αύτής έπίδρασιν τής χάριτος καί μένει άπαθής προς τον θειον έρωτα- άδύνατον δέ νά γεννηθεί θείος έρως άνευ έπενεργούσης θείας δυνάμεως έπί τής καρδίας. Ό θείος έρως είναι ένέργεια τής ένοικούσης έν τή καρδίμ θείας χάριτος.
Οί έρασταί τού Θείου είλκύσθησαν προς τον θειον έρωτα ύπό τής έπενεργησάσης έπί τής καθαράς αύτών καρδίας θείας χάριτος, τής άποκαλυφθείσης τή ψυχή καί έλκυσάσης αύτήν προς τον Θεόν. Ό έραστής τού θείου αύτός πρώτος ύπό τού Θείου ήράσθη, καί εϊτα αύτός ήράσθη τού Θείου. Ό έραστής τού Θείου πρότερον έγένετο υιός άγάπης καί εϊτα τον ούράνιον ούτος ήγάπησεν Πατέρα.
Ή καρδία τού έρώντος τον Κύριον ούδέποτε καθεύδει, άλλ’ άεϊ γρηγορεΐ, διά τό πλήθος τού έρωτος. Ό άνθρωπος καθεύδει διά τήν χρείαν τής φύσεως, ή δέ καρδία γρηγορούσα ύμνεΐ τό Θειον.
Ό θείος Χρυσόστομος λέγει περί τού πνευματικού έρωτος: «Ούτως έστϊν έπιτακτικός ό πνευματικός έρως, ώς μηδενϊ περιχωρεΐν καιρώ, άλλ’ άεϊ τής ψυχής έχεσθαι τού φιλούντος, καί μηδεμίαν θλΐψιν ή οδύνην συγχωρεΐν περιγίνεσθαι τής ψυχής.»
Ή τον Θεόν έρώσα ψυχή τφ Θεφ προσκολλάται στερρώς καί επ' αύτφ πέποιθε καί τήν έλπίδα αύτής άπασαν Αύτφ άνέθετο. Ό θείος αύτής έρως άνάγει αύτήν προς τον Θεόν καί Αύτφ διαλέγεται ή μέρας καί νυκτός.
Ή τφ θείω έρωτι τρωθεΐσα ψυχή ούδενός έτέρου έφίεται ή τού άκρου άγαθού, κατολιγωρεΐ δέ τών πάντων καί προς πάντα άηδώς διάκειται.
Ή έρώσα τού Θεού ψυχή μελέτην αύτής έχει τά λόγια του Θεού καί ένδιατριβήν αύτής τά σκηνώματα αύτού. Φθεγγομένη διηγείται τά θαυμάσια τού Θεού καί διαλεγομένη λαλεΐ περί τής δόξης καί μεγαλοπρέπειας αύτού. Αίνον καί ύμνον άπαύστως άναπέμπει τφ Θεφ, πόθψ δέ θείψ λατρεύει αύτόν. Ούτως ό θείος έρως όλην τήν ψυχήν έαυτφ μεθηρμόσατο, έαυτφ περιεποιήσατο καί έξψκειώσατο.
Ή τού Θείου έρασθεΐσα ψυχή έπέγνω τό θειον, ή δέ έπίγνωσις άνέφλεξε τον θειον έρωτα αύτής. Ή τού Θεού έρασθεΐσα ψυχή έγένετο μακάρια, διότι έτυχε τού Θείου έφετού τού
πληρώσαντος τούς πόθους αυτής· πάσα επιθυμία, πάσα έπιποθία, πάσα έφεσις ξένη προς την θείαν άγάπην, άποκρούεται ύπ’ αυτής ώς ταπεινή καί άνάξια έαυτής.
Πόσον ή προς τό Θειον άγάπη έπαμειβομένη υπό τής θείας άγάπης μεταρσιοΐ τήν έρώσαν τού Θείου ψυχήν! Αύτη ή θεία άγάπη ώς νεφέλη κούφη άναλαμβάνουσα τήν ψυχήν φέρει προς τήν άέναον πηγήν τής άγάπης, προς τήν άίδιον άγάπην, καί πληροί αύτήν φωτός άίδίου.
Ή ύπό τού θείου έρωτος τρωθείσα ψυχή άεί χαίρει καί άγάλλεται καί σκιρτφ καί χορεύει, διότι εύρίσκεται έπαναπαυομένη έπί τής άγάπης τού Κυρίου ώς έπί ύδατος άναπαύσεως· ούδέν τών τού κόσμου θλιβερών ισχύει νά διαταράξη τήν γαλήνην καί τήν ειρήνην αύτής, ούδέ τήν χαράν καί τήν εύφροσύνην αύτής τών λυπηρών τί νά άφαιρέση.
Ή έρώσα τού Θείου ψυχή μεταρσιουμένη ύπό τής άγάπης ύπεξίσταται πώς τών σωματικών αισθήσεων καί αύτού τού σώματος πώς άποχωρεΐ καί έαυτής έπιλανθάνεται διά τήν τελείαν προς τό Θειον άφοσίωσιν.
Ή άνερμήνευτος γλυκύτης τής θείας άγάπης τήν μέν καρδίαν καταθέλγει καί κατακυριεύει, τον δέ νούν έλκει προς τό Θειον, ϊνα τού Θεού άπολαύσει έν άγαλλιάσει.
Ό θείος έρως τήν προς Θεόν προμνηστεύεται οίκείωσιν, ή δέ γεύσις τήν πείναν.
Ή ψυχή, ής θείος άπτεται έρως, ούδέν έτερον λογίζεσθαι δύναται ούδέ έπιποθεΐν, άλλά συνεχώς στενάζουσα λέγει· Κύριε, πότε ήξω προς Σέ ό Θεός, ώς έπιποθεΐ ή έλαφος έπί τάς πηγάς τών ύδάτων!
Τοιούτος ό θείος έρως ό κυριεύων τής ψυχής.
2.         Περί τής θείας άγάπης
Ώ άγάπη άληθής καί βέβαια! Ώ άγάπη, τής θείας είκόνος ομοίωμα ! Ώ άγάπη, τής έμής ψυχής γλυκυτάτη άπόλαυσις ! Ώ άγάπη, τής έμής καρδίας θειον πλήρωμα! Ώ άγάπη, τής έμής ψυχικής ισχύος τό κραταίωμα ! Ώ άγάπη, τής έμής διανοίας διηνεκές μελέτημα. Σύ τήν ψυχήν μου άεί διακατέχουσα αύτήν περιέπεις καί διαθερμαίνεις. Σύ αύτήν ζωογονείς καί προς τήν θείαν άγάπησιν άνάγεις. Σύ τήν καρδίαν μου πληρούσα τή φλογί τού θείου έρωτος έκκαίεις, καί τήν τού άκρου έφετού ζωπυρεΐς έπιπόθησιν. Σύ τήν ίσχύν τής ψυχής μου τή ζωογόνψ σου δυνάμει ένισχύουσα ίκανοΐς, όπως τήν όφειλομένην τή θείμ άγάπη προσφέρη λατρείαν. Σύ τήν διάνοιάν μου κατέχουσα έλευθεροΐς αύτήν τών δεσμών τών γήινων καί παρέχεις αύτή τήν έλευθερίαν, ϊνα προς τήν έν Ούρανοΐς θείαν άγάπην άκωλύτως άνάγηται. Σύ είσαι τό πολυτιμότατον τών πιστών θησαύρισμα, διότι είσαι τό τιμιώτατον τών θείων χαρισμάτων δώρημα. Σύ είσαι τό θεοειδές τής ψυχής καί τής καρψίας άγλάϊσμα, διότι άναδεικνύεις τούς πιστούς υιούς Θεού. Σύ είσαι τό τών πιστών έγκαλλώπισμα, διότι σεμνύνεις τούς φίλους σου. Σύ είσαι τό μόνον διηνεκές άγαθόν, διότι είσαι αιώνια. Σύ είσαι τό ώραιότερον τών φίλων τού Θεού περιβόλαιον, διότι δι’ αύτού περιβεβλημένοι οί πιστοί έμφανίζονται ένώπιον τής θείας άγάπης. Σύ είσαι τό ήδιστον τών πιστών έντρύφημα, διότι είσαι καρπός τού άγιου Πνεύματος. Σύ εισάγεις τούς ύπό σού άγιασθέντας πιστούς εις τήν βασιλείαν τών Ούρανών. Σύ είσαι ή εύωδία τών πιστών. Διά σού τής τρυφής τού παραδείσου μεταλαμβάνουσιν οί πιστοί. Διά σού τό φώς τού νοητού ήλιου έν τή ψυχή τών πιστών άνατέλλει. Διά σού οί νοεροί οφθαλμοί τών πιστών αύγάζονται. Διά σού οί πιστοί θείας δόξης καί αιωνίου ζωής μέτοχοι γίνονται.
Διά σού ό πόθος τών ούρανίων έν ήμΐν έγγίγνεται. Σύ τήν βασιλείαν τού Θεού έπί τής
γης άποκαθιστφς. Σύ την ειρήνην τοΐς άνθρώποις βραβεύεις. Σύ την γην προς τον Ουρανόν έξομοιοΐς. Σύ τούς ανθρώπους τοΐς άγγέλοις συνάπτεις καί αρμονικήν ύμνψδίαν τφ Θεφ άναπέμπεις. Σύ έν πάσι νικφς. Σύ έν πάσιν ύπερτέρα δείκνυσαι. Σύ τα πάντα άληθώς κυβερνφς. Σύ τά πάντα σοφώς διέπεις. Σύ τά πάντα κρατείς καί συνέχεις. Σύ ούδέποτε εκπίπτεις.
Ώ άγάπη, καρδίας τής έμής πλήρωμα! Ώ άγάπη, γλυκύτατον τού γλυκυτάτου Ιησού ομοίωμα. Ώ άγάπη, των μαθητών τού Κυρίου ίερώτατον έμβλημα. Ώ άγάπη, τού γλυκυτάτου Ιησού σύμβολον. Σύ τφ πόθψ σου τρώσον τήν έμήν καρδίαν, πλήρωσον αύτήν χρηστότητος καί άγαθωσύνης, έμπλησον αύτήν άγαλλιάσεως. Σύ οίκητήριον ταύτην άνάδειξον τής χάριτος τού παναγίου Πνεύματος. Σύ πύρωσον όλην τή θείμ φλογί σου όπως καταφλέξη τά ταπεινά αύτής πάθη, άγιάση αύτήν καί εις άπαυστον άνελκύση ύμνψδίαν. Σύ πλήρωσον τήν καρδίαν μου γλυκασμού τής σής άγάπης, όπως τον μόνον γλυκύτατον αγαπώ Ίησούν Χριστόν τον Κύριόν μου καί αύτφ άπαυστον άναπέμπω τήν ύμνψδίαν έξ όλης καρδίας, έξ όλης τής ισχύος καί έξ όλης της διανοίας. Αμήν.
Ό άγιος Ιωάννης τής Κλίμακος λέγει περί τής προς τον Θεόν άγάπης· «άγάπη, προφητείας χορηγός· άγάπη, τεράτων παρεκτική· άγάπη, έλλάμψεως άβυσσος· άγάπη, πηγή πυρός· όσον άναβλύζει, τοσούτον τον διψώντακαταφλέγη· άγάπη, άγγέλων στάσις, προκοπή άνθρώπων άπάγγειλον ήμίν, Φ καλή έν άρεταΐς, πού ποιμαίνεις τά πρόβατά σου; πού κατασκηνοΐς έν μεσημβρίμ; φώτισον ήμάς· πότισον ήμάς· όδήγησον ήμάς· χειραγώγησον ήμάς· έπειδή προς σέ άναβαίνειν βουλόμεθα». (Λόγος Λ'.)
3.         Περί άγάπης Θεού ότι θειον έστί ιδίωμα καί ότι έκ ταύτης ήμίν προχέονται άπαντα τά αγαθά
Αγάπη! θειον ιδίωμα, ότι ό Θεός άγάπη έστε διό καί ό μένων έν τή άγάπη έν τφ Θεφ μένει καί ό Θεός έν αύτφ. Ή άγάπη έστί διάθεσις ψυχής άγαθή, καθ’ ήν αύτη ούδέν τών όντων τής τού Θεού γνώσεως προτιμφ. Ή άγάπη διδάσκει τήν τήρησιν τών θείων έντολών έναργές δέ τεκμήριον τής περί Θεόν άγάπης ή τών θείων αύτού νόμων τήρησις. Ή άγάπη ή προς τον Θεόν άγει εις τήν τήρησιν τών έντολών τών εις γνώσιν τού Θεού άναγουσών. Ό τον έρωτα τον θειον δεξάμενος πάντων μέν όμού τών γήινων καταφρονεί, πατεΐ δέ άπάσας τάς τού κόσμου ήδονάς· ύπερορά πλούτου καί δόξης, καί τής παρ’ άνθρώπων τιμής· άραχνίων ούδέν διαφέρειν ύπολαμβάνειν τήν βασιλικήν άλουργίδα· τούς πολυτελείς τών λίθων ταΐς παρά τάς όλθας άπεικάζει ψηφίσιν. Ού μακαριστήν ήγεΐται τήν ύγίειαν τού σώματος, ούδέ συμφοράν τήν νόσον άποκαλεΐ, ούδέ δυσπραξίαν τήν πενίαν προσαγορεύει, ούδέ πλούτψ καί τρυφή τήν εύδαιμονίαν ορίζεται-άλλά ποταμίοις ρεύμασι τά παραπεφυτευμένα ταΐς όχθαις παραρρέουσι δένδρα καί προς ούδέν τούτων ίσταμένοις, άεί έοικέναι τούτων έκαστον ήγεΐται καλώς.
Αληθώς ή πνευματική άγάπη πόλις έστίν οχυρά, ού δυναμένη καταγωνισθήναι ούδέ πολιορκηθήναι ύπό τού Διαβόλου, ούτε ύπορυγαΐς, ούτε ύπερβάσεσιν ούδέ γάρ εϊκει ταΐς έλεπόλεσι τού σατανά, διά τό παρά τού Δεσπότου Χριστού φυλάττεσθαι.
Όταν τό τής άγάπης έπίκειται διάδημα, άρκεΐ δείξαι τού Χριστού τον άκριβή μαθητήν, ούχ ήμίν μόνον, άλλά καί τοΐς άπίστοις. Έν τούτψ γάρ, φησί, γνώσονται πάντες, ότι μαθηταί μου έστέ, έάν αγαπάτε άλλήλους. Ώστε τό σημεΐον τούτο σημείων άπάντων μεΐζον, είγε έν αύτφ γνωρίζεται ό μαθητής. Κάν γάρ μυρία ποιώσι τινές σημεία, στασιάζωσι δέ προς άλλήλους, καταγέλαστοι τοΐς άπίστοις έσονται· έόσπερ κάν μηδέν ποιώσι σημεΐον, άγαπώσι δ’ άλλήλους άκριβώς, καί αίδέσιμοι καί άχείρωτοι πάσιν όντες διαμένουσιν.
Ή αγάπη έστίν ή των μαθητών τού Κυρίου είκών, ό χαρακτήρ των τού Θεού δούλων, τό γνώρισμα τών αποστόλων έν τούτψ γάρ γινώσκωσιν αυτούς πάντες.
Αγάπη, τό έξαίρετον άγαθόν, τό ύπέρτατον γνώρισμα τών τού Χριστού μαθητών. Ή άγάπη τον χριστιανόν χαρακτηρίζει καί αύτη τών σημείων άπάντων μείζων αύτη γάρ καί τών άλλων εντολών έστί φύλαξ καί συνεργός. Καί ώσπερ αί ίμαντίαι (τά δεσίματα) τάς οικοδομάς συνέχουσιν, ούτως αύτη την τελειότητα προξενεί, καί συνάπτει τά μέλη τού σώματος. Πάντα εκείνα αύτη συσφίγγει παρούσα, άπούσης δε διαλύονται ή ελέγχονται ύπόκρισις όντα καί ούδέν. Ή άγάπη ούδέποτε έκπίπτει, τουτέστιν ούδέποτε άστοχεΐ, άλλά πάντα κατορθοΐ, ή, δ κρεΐττον άντί τούτου, ού διαλύεται, ού διακόπτεται, ούδέποτε παύεται, άλλά καί έν τφ μέλλοντι αίώνι μένει, τών άλλων άπάντων καταργουμένων ού διασφάλλεται, άλλ’ άεί μένει, βέβαια καί άσάλευτος, καί άκίνητος έσαεί διαμένουσα. Ή άγάπη ούδέποτε έκπίπτει· κάν στασιάζωσιν άλλοι, κάν χαίρωσι μάχαις, κάν τά πρώτα ζητώσι, κάν φθόνος αύτούς άνερεθίζη, κάν χειρών άρχωσιν άδικων, κάν τά άνω στρέφωσι κάτω, ούδέποτε ή άγάπη τής οικείας έδρας καί άρετής έκπίπτει.
Ό Θεός Αγάπη καλούμενος ού διάθεσις ύπάρχει, άλλά ούσία άγαπώσα ά δημιουργεί καί ών προνοεΐται. Ό Θεός ημών ή Αγάπη έστι, καί τούτο χαίρει μάλλον άκούων ό Θεός ή τί άλλο.
Ή άγάπη τού Θεού την πάσαν άγάπην μεθ’ ύπερβολής ύπερβαίνει. Ούχ άπλώς ημών προνοεΐ, άλλά καί έρών, καί σφόβρα έρών έρωτα τινά άμήχανον, έρωτα άπαθή μέν, θερμότατον δέ καί έντονώτατον καί γνήσιον καί άκατάλυτον καί σβεσθήναι μή δυνάμενον.
Τί ούκ έποίησεν ό Θεός δι’ ήμάς; Φθαρτόν τον κόσμον δΤ ήμάς, καί άφθαρτον έποίησε δι’ ήμάς· κακωθήναι τούς προφήτας συνεχώρησε δι’ ήμάς, εις αιχμαλωσίαν έπεμψε δι’ ήμάς, εις κάμινον άφήκεν έμπεσεΐν δι’ ήμάς· τά μυρία ύπομείναι κακά δι’ ήμάς. Καί προφήτας δι’ ήμάς αύτούς έποίησε, καί άποστόλους δι’ ήμάς· τον μονογενή δι’ ήμάς έξέδωκε, τον διάβολον δι’ ήμάς κολάζει.
Δι’ ήμάς Θεός έν άνθρώποις· διά τήν καταφθαρείσαν φύσιν ό Λόγος σάρξ έγένετο καί έσκήνωσεν έν ήμΐν μετά τών άχαρίστων, ό εύεργέτης· προς τούς αιχμαλώτους, ό έλευθερωτής· προς τούς καθημένονς έν σκότει, ό ήλιος τής δικαιοσύνης· έπί τον σταυρόν, ο άπαθής· έπί τον θάνατον, ή ζωή· έπί τον άδην, τό φώς· ή άνάστασις διά τούς πεσόντας· πνεύμα υιοθεσίας, χαρισμάτων διανομαί, στεφάνων έπαγγελίαι καί τά άλλα, όσα ούδέ έξαριθμήσασθαι ράδιον.
Δι’ ήμάς Θεός έν άνθρώποις· πνεύματος άγιου διανομή· θανάτου κατάλυσις· άναστάσεως έλπίς· θεία προστάγματα τελειούντα ήμών τήν ζωήν πορεία προς Θεόν διά τών έντολών βασιλεία τών ούρανών εύτρεπής· στέφανος δικαιοσύνης έτοιμος τφ τούς ύπέρ τής άρετής πόνους μή άποδράσαντι.
Ή άγάπη τού Θεού τον Θεόν έδειξεν έπί τής γής· ή άγάπη τού Θεού τον δεσπότην δούλον έποίησεν ή άγάπη τού Θεού ύπέρ τών έχθρών τον άγαπητόν, ύπέρ τών μισούντων τον Τίόν, ύπέρ τών δούλων τον δεσπότην, ύπέρ τών άνθρώπων τον Θεόν, ύπέρ τών οίκετών τον έλεύθερον έκδοθήναι έποίησε. Καί ούδέ μέχρι τούτου έστη, άλλά καί έπί μείζονα ήμάς έκάλεσεν ού γάρ μόνον άπήλλαξεν ήμάς τών προτέρων κακών, άλλά καί πολλφ μείζονα έπηγγείλατο.
Ή αγάπη τού Θεού ένδοξός έστι σοφία, και χορηγήσει αυτήν τοΐς άγαπώσιν αυτόν. Ό άγαπών τον Θεόν τον Λόγον αυτού τηρεί, καί ό Θεός άγαπφ αυτόν, καί εμφανίζει αύτφ έαυτφ. «Εάν τις άγαπφ με, Λέγει ό Κύριος, τον Λόγον μου τηρήσει, καί ό πατήρ μου άγαπήσει αύτόν, καί προς αύτόν έΛευσόμεθα καί μονήν παρ’ αύτώ ποιήσομεν».
Τός άγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν.
Εί τις άγαπφ τον Θεόν ούτος έγνωσται ύπ ’ αύτού.
Ό Θεός τήν ιδίαν παρέχει κοινωνίαν τοΐς τηρούσι τήν προς αύτόν φιΛίαν κοινωνία δέ Θεού ζωή καί φως καί άπόΛαυσις των παρ’ αύτού άγαθών.
Ού πάντων Θεός ό Θεός, άΛΛά των οίκειωθέντων αύτφ διά τής άγάπης· άγάπη δέ έστί σύνδεσμος τεΛειώσεως· δημιουργός άρε τής άπάσης ή άγάπη.
Ή άγάπη προς τον Θεόν τίκτεται άπό πίστεως ειλικρινούς- ό γάρ όντως εις Θεόν πιστεύων ούκ άνέχεται ποτέ ταύτην άφεΐναι.
Μάλλον ό χόρτος ύπέμεινε πυρός έπιφοράν, ή φλόγα άγάπης ό διάβολος- αύτη τείχους όχυρωτέρα, αύτη άδάμαντος στερροτέρα.
Αγάπη δέ έστίν ού ψιλά ρήματα, ούδέ προσρήσεις άπλώς, άΛΛά προστασία καί δι’ έργων έπίδειξις- οίον τό πενίαν Λύειν, τό νοσούντι συναμύνειν, τό κινδύνων άπαλλάττειν, τό έν περιστάσεσιν ούσι παρίστασθαι, τόκλαίειν μετά κλαιόντων, τό χαίρειν μετά χαιρόντων.
Ό άγαπών τον Θεόν, ώς πεπληρωμένη έχων τήν έαυτού καρδίαν έκ τής θείας άγάπης, αγαπά τούς έχθρούς αύτού, εύλογεΐ τούς καταρωμένους αύτόν, καλώς ποιεί τούς μισούντας αύτόν καί προσεύχεται ύπέρ των έπηρεαζόντων καί διωκόντων αύτόν.
Ενέργεια καί άπόδειξις τής προς τον Θεόν τελείας άγάπης έστίν ή γνήσια δι’ εύνοιας προς τον πλησίον διάθεσις. Εν τούτψ έγνώκαμεν τήν άγάπην, ότι έκεΐνος ύπέρ ήμών τήν ψυχήν αύτού έθηκε καί ήμεΐς όφείλομεν ύπέρ των άδελφών τάς ψυχάς ήμών τιθέναι.
Ή άγάπη καλύπτει πλήθος άμαρτιών.
Ή άγάπη παρρησίαν δίδωσιν έν τή ήμέρμ τής κρίσεως.
4.         Έξομολόγησις πιστού
Θεός έμοί δόξα καί πλούτος καί καύχημα. Θεός τό γλυκύτατον καί ήδιστον ύπέρ πάν πράγμα. Θεός τό μελέτημακαί έντρύφημα. Θεού πνοής ή ψυχή μου δημιούργημα. Θεού πλάσμα τό σώμα μου. Θεού είμί όλως είκών. Θεού θεία χάριτι γένος. Θεόθεν μοί τό είναι, τό κινεΐσθαι- θεόθεν τό φθέγγεσθαι έλαβον. Θεφ καθ’ έκάστην τό πνεύμα παρατίθημι. Θεφ τάς εύχάς μου, όσαι ώραι, προσάγω. Θεφ ζώ καί δουλεύω καί πάρειμι. Θεόν τον μέγαν καί ισχυρόν καί ζώντα πάροχον καί συλλήπτορα καί τελειωτήν των καλών εύμοιρώ. Θεόν έπόπτην, Φν καί νοώ καί Λέγω καί πράττω καί πλουτώ. Θεόν κριτήν φοβερόν των έν έμοί πεπραγμένων έκδέχομαι. Θεόν ϊλεων καί συγγνώμονα έχω. Θεόν μακρόθυμον καί πολυέλεον ομολογώ. Θεόν σωτήρα καί Λυτρωτήν μου καί Κύριον άνακηρύττω. Θεόν άρχήν των πάντων γινώσκω. Θεόν δοτήρα των άγαθών οίδα. Θεόν προνοητήν καί έπόπτην έπίσταμαι. Θεόν πάνσοφον καί παντογνώστην, τον γινώσκοντα τά μέλλοντα καί τά παρόντα καί τά παρελθόντα έπιγινώσκω. Θεόν άγαθόν καί άγιον
και δίκαιον καί αληθινόν υμνώ καί δοξάζω καί ευλογώ καί ύπερυψώ. Θεόν φιλάνθρωπον προσκυνώ καί λατρεύω. Θεφ πιστεύω. Επί Θεόν ελπίζω καί την ελπίδα τής σωτηρίας μου άνατίθημι. Θεόν την πηγήν τής άγάπης αγαπώ καί έπιποθώ. Προς τον Θεόν ή ψυχή μου σπένδεται. Προς τον Θεόν ή διάνοιά μου άνυψουμένη επαναπαύεται. Τον Θεόν ή καρδία μου έπιποθεΐ. Ένα Θεόν τρισήλιον, τήν τρισυπόστατον θεότητα, ομολογώ- μίαν Θεότητα άναρχον, άίδιον, άπλήν, ύπερούσιον, άμέριστον κηρύττω- τήν αύτήν Μονάδα καί Τριάδα-όλην Μονάδα τήν αύτήν, καί όλην Τριάδα τήν αύτήν- Μονάδα όλην κατ’ ούσίαν τήν αύτήν, καί Τριάδα όλην κατά τάς ύποστάσεις τήν αύτήν πιστεύω καί ομολογώ- διότι μία θεότης ό Πατήρ, ό Τίός καί τό Άγιον Πνεύμα, μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις ή τής όμοουσίου Τριάδος- διότι μία καί ή αύτή φύσις καί ούσία τού Πατρός καί τού Τίού καί τού άγιου Πνεύματος.
Ταύτα ομολογώ καί πιστεύω καί κηρύττω καί φθέγγομαι.
Άγιος Νεκτάριος
Ώ Θεία Αγάπη
Ώ Θεία Αγάπη, έλθέ, ικετεύω, έξ όλης ψυχής μου καί μέσης καρδίας, καί σκήνωμα θειον, Χριστέ, ποίησόν με καί πάσης κηλΐδος, ώ καθάρισόν με.
Ώ Θεία Αγάπη, άγάπης ένθέου τήν Σέ έκζητούσαν ψυχήν έμπλησόν μου
καί έρωτα θειον, Ώ Θεία Αγάπη, θερμώς ικετεύω, τφ δούλψ Σου δός μοι.
Ώ Θεία Αγάπη, τήν Σήν ικετεύω, άγάπην παράσχου τοΐς Σέ έκζητούσυ Ή γάρ Σή άγάπη τό πλήρωμά έστι τού Θείου Σου Νόμου, Αγάπη γλυκεία.
Ώ Θεία Αγάπη, ή μόνη πληρούσα τον σύμπαντα κόσμον καί ή συντηρούσα,
Σύ πέλεις ό νόμος των έπουρανίων,
Σύ πέλεις ό νόμος καί των έπιγείων.
Ή Σή Βασιλεία έστίν ή άγάπη, έν ή βασιλεύει χαρά καί ειρήνη, έν ή βασιλεύει ή μακαριστής, ό έρως τού Θείου καί ή εύφροσύνη.
Τοΐς έντευξομένοις
Ό Άγιος Νεκτάριος συνέθεσε χιλιάδες ιερών στροφών. ’Εδώ παρατίθεται έν ποίημα, κραυγή βαθυτάτης προσευχής, τήν όποιαν άσφαλώς άπαύστως καί σήμερον άναπέμπει ό θαυματουργός Άγιος προ τής Θείας Άγάπης.
Ή Άγιαστική τών πάντων, ή αιώνια καί άκατάλυτος αύτη άγάπη άς πληροί καί άς άγιάζη τάς ψυχάς τών εύβλαβών προσκυνητών τού Αγίου Θεού καί τού ύπ’ αύτού δοξασθέντος καί δοξαζομένου Αγίου Του.
Αί έντεύξεις, αί δεήσεις, αί προσευχαί αί όποΐαι διά τών ίερωτάτων φδών τών ψσματικών άκολουθιών τού Αγίου άς άναπεμφθούν, ϊνα άνοίξουν τάς πύλας τού θείου έλέους, διά νά πνεύση, πρεσβείαις τού Αγίου, «γαληνόν καί ζεφύριον», τό Πνεύμα τό Άγιον, «λαλούν, ένεργούν, διαιρούν τά χαρίσματα», ποιούν θαυμάσια καί δυνάμεις πολλάς, θεραπεύον νόσους καί άσθενείας χαλεπάς τοΐς έκζητούσιν έκ βαθέων τήν Θείαν Άγάπην.
Άγιος Νεκτάριος
Υιός Ανθρώπου
[ΒΛ. Άγιου Νεκταρίου, Χριστολογία, © 1992 Βιβλιοπωλείον Ν. Δ. Παναγόπουλου]
Περιεχόμενα
1.         Ότι τό όνομα «Υιός ανθρώπου» έστί τό όνομα δι’ ου εύηγγελίσθη ή άνθρωπότης τον μέλλοντα Σωτήρα καί Λυτρωτήν
2.         Προφητεΐαι περί τής φυλής, γένους, οίκου, πάτριάς καί τού τόπου τής γεννήσεως τού Μεσαίου
3.         Προφητεΐαι πληρωθεΐσαι εις τό πρόσωπον τού Ιησού
1.         Ότι τό όνομα «Υιός ανθρώπου» έστί τό όνομα δι’ ού εύηγγελίσθη ή άνθρωπότης τον μέλλοντα Σωτήρα καί Λυτρωτήν
Ή έκφρασις Υιός ανθρώπου, ήν ό Κύριος ώς περιφραστικόν προσδιορισμόν τού Ίδιου Προσώπου μετεχειρίζετο οσάκις αν ώμίλει περί Εαυτού, είναι τό όνομα, δι’ ού εύηγγελίσθη ή άνθρωπότης τον μέλλοντα Σωτήρα καί Λυτρωτήν αύτής. Ή Παλαιά Γραφή φαίνεται συνηγορούσα ύπέρ τής γνώμης ταύτης.Έν τή Γενέσει άναφέρεται ότι ό Θεός καταρώμενος τον όφιν τον αίτιον τής πτώσεως τού άνθρώπου προανήγγειλεν αύτφ ότι τό σπέρμα τής γυναικός θέλει συντρίψει τήν κεφαλήν αύτού, είπών: «έχθραν θήσω άνάμεσόν σου καί άνάμεσον τής γυναικός, καί άνάμεσον τού σπέρματός σου, καί άνάμεσον τού σπέρματος αύτής· αύτός σου τηρήσει κεφαλήν, καί σύ τηρήσεις αύτού πτέρναν»(ή (Γεν.γ' 15). Τήν κατά τού όφεως ταύτην κατάραν έθεώρησαν πάντες οί έξ Άδάμ ώς εύαγγέλιον προς τήν άνθρωπότητα. Τό άνθρώπινον γένος λαβόν τήν έπαγγελίαν ταύτην, έξεδέχετο τό σπέρμα τής γυναικός, τον Υιόν τής γυναικός, δηλονότι τον Υιόν τού άνθρώπου. Ή έβράίκή λέξις Ζαρά, ήν οί Έβδομήκοντα μετέφρασαν κυριολεκτικώς σπέρμα, λαμβάνεται έν τή Άγίμ Γραφή, οσάκις άν άπαντφ, άντί τού Υιός· Ή Άννα ή μήτηρ τού προφήτου Σαμουήλ, ζητούσα παρά τού Θεού υιόν, μετεχειρίσθη τήν λέξιν Ζαρά· άλλ’ ώς γυνή έχουσα σύζυγον, προσέθετο τήν λέξιν άνασίμ (Ζαρά άνασίμ)= σπέρμα άνδρός, ήτοι υιόν άνδρός.
Επειδή όμως έν τή έπαγγελίμ δεν άνεφέρετο τό άνδρός άλλά άπλώς υιός γυναικός= ζαρά έσα, έπεται ότι έρρήθη προς δήλωσίν του ότι ό μέλλων λυτρωτής, ό μέλλων να συντρίψη τήν κεφαλήν τού όφεως έμελλε να είναι υιός τής γυναικός, άνευ άνδρός συλλαβούσης, ήτοι υιός τού άνθρώπου, διότι ή άνάμεσον τού σπέρματος τής γυναικός τής άπειρογάμου καί τού σπέρματος τού όφεως έχθρα έδήλου τήν μεταξύ τού υιού τού άνθρώπου καί τού όφεως έχθραν. Υπό τήν έννοιαν ταύτην έξεδέχοντο τον Σωτήρα όλα τά έθνη καί οί λαοί. Ή έλευσις Σωτήρος καί Άυτρωτού ήτο κοινή προσδοκία πάντων τών έθνών. Τά έθνη έφαίνοντο άναμένοντα Σωτήρα τινα- ή προσδοκία τού Ισραήλ ήν τό περιεχόμενον τής λατρείας Αύτού. Διά τού άναμενομένου Σωτήρος έξεδέχοντο πάντα τά μέλλοντα να χορηγηθώσι τή άνθρωπότητι αγαθά. Εξ αύτού έξεδέχοντο τήν κατάργησιν τής
τυραννίδος τοϋ διαβόλου, την άπελευθέρωσιν τού ανθρωπίνου γένους από τής δουλείας τού εχθρού, καί την μετά τού Θεού φιλίωσιν καί επικοινωνίαν. Τον αναμενόμενον τούτον Σωτήρα καί λυτρωτήν τής άνθρωπότητος ό προφητάναξ Δαυίδ περιγράφει ώς υιόν ανθρώπου (Ψαλμ.β' ρθ' 1). Επίσης καί ό προφήτης Δανιήλ Χριστόν ήγούμενον ονομάζει τον μέλλοντα Λυτρωτήν, όν είδεν έν άποκαλύψει, έν μορφή υιού άνθρώπου, ού ορίζει καί τον χρόνον τής έλεύσεως. (Δανιήλ κεφ.θ' όρασις I' καί κεφ.Ι' όρασις ια'. Επίσης καί ό Ιεζεκιήλ κεφ. α). Ώστε τό όνομα Τίός άνθρώπου, ήτο τό άκριβές χαρακτηριστικόν όνομα τού Σωτήρος, ύπό τό όποιον έξεδέχοντο Αύτόν πάσαι αί φυλαί τής γής· διό καί ό Σωτήρ ήμών οσάκις ώμίλησε περί Εαυτού πάντοτε τό αύτό χαρακτηριστικόν όνομα μετεχειρίσθη. Παρά τφ Ματθαίψ 28κις φαίνεται ό Κύριος ποιούμενος λόγον περί έαυτοϋ· και έν πάσι τοΐς λόγοις Αύτού Τίόν άνθρώπου έκάλει Εαυτόν. Ή αύτή άκρίβεια παρατηρείται καί έν τοΐς λοιποϊς Εύαγγελισταϊς, Μάρκψ, Λουκφ καί Ιωάννη. Τά ονόματα Ιησούς Χριστός, Εμμανουήλ, υιός τού Εύλογητού καί ύίός Δαυίδ, καθ’ έκαστον λαμβανόμενα, δεν δύνανται να έκφράσωσι τήν έννοιαν, ήν έκφράζει τό χαρακτηριστικόν όνομα υιός άνθρώπου- διότι τό μέν Ιησούς έκφράζει μόνον τήν έννοιαν τού Σωτήρος τής άνθρωπότητος, τό δέ Μεσσίας=Χριστός, τήν έννοιαν τού προφητικού, άρχιερατικού καί βασιλικού άξιώματος τού Σωτήρος· τά δέ ονόματα υιός Εύλογητού καί υιός Δαυίδ, τό μέν, τήν θείαν φύσιν τού Χριστού, τό δέ, τήν άνθρωπίνην έδήλου φύσιν καί καταγωγήν.
Ούδέν λοιπόν έξ αύτών καθ’ έκαστον λαμβανόμενον ήδύνατο να δώση πλήρη καί τελείαν έννοιαν τού προσώπου τού Κυρίου ήμών, διότι έκαστον όνομα μίαν ιδιότητα Αύτού ύπεδήλου, ένα Αύτού χαρακτήρα έξέφραζεν. Ήτο άρα άνάγκη να χαρακτηρίση Εαυτόν δι’ ονόματος περιληπτικού, έν ώ πάντες οί χαρακτήρες Αύτού να ύποδηλώνται-τοιούτον δέ έθεώρησεν ό Θεάνθρωπος Κύριος ως κατάλληλον χαρακτηριστικόν τού προσώπου Αύτού τό όνομα Τίός ανθρώπου- ή δέ ύπό τού Σωτήρος έκλογή τού ονόματος δήλον ότι δίδωσι τέλειον ορισμόν τού Θεανθρώπου, καί έκφράζει πάσας συλλήβδην τάς ιδιότητας Αύτού.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Τοιαύτη διδασκαλία φέρεται καί έν ταϊς παραδόσεσι ξένων έθνών καί έν θρησκευτικοϊς μάλιστα βιβλίοις. Εν τή θρησκείμ τού Ζωροάστρου φέρεται διδασκαλία όμοια προς τήν τής Γραφής· έν δέ τή τών Αιγυπτίων είκονίζεται άνήρ συντριβών μέ τό δόρυ τήν κεφαλήν όφεως.
2.         Προφητεϊαι περί τής φυλής, γένους, οίκου, πάτριάς καί τού τόπου τής γεννήσεως τού Μεσσίου
Εί καί δεν θ’ άπεδέχοντο Αύτόν έπιδημήσαντα οί συμφυλέται τού Κυρίου ήμών Ιησού Χριστού, άλλ’ ούδέν ήττον προς αύτούς άπέκειτο να έλθη· διό καί ή Ανθρώπινος τού Σωτήρος Μεσσίου γενεαλογία κατ’ Ακρίβειαν περιγράφεται έν ταϊς προφητείαις ώς καί ό τής έπιφανείας Αύτού χρόνος. Ή θειότης τού προσώπου τού Μεσσίου Αγγέλλεται σαφώς έν τή Παλαιφ Διαθήκη καί έπικυρούται ύπό τής Καινής Διαθήκης ώς έπίσης καί ή ένανθρώπησις Αύτού, ότι έν τέλει ό Θεός έγένετο τέλειος άνθρωπος.
Ή πρώτη άπό στόματος Θεού προενεχθείσα πρόρρησις ή μετ’ έπειτα πληρωθεΐσα κατά τό πλήρωμα τού χρόνου έστΐν αύτη· «Καί είπεν ό Θεός προς τον όφιν (τον διάβολον). Έχθραν θήσω άνά μέσον σού καί άνά μέσον τής γυναικός καί άνάμεσον τού σπέρματός σου καί άνά μέσον τού σπέρματος αύτής». Περί τής πληρώσεως τής προρρήσεως ταύτης ή Καινή Διαθήκη λέγει τάδε- «ότε δέ ήλθε τό πλήρωμα τού χρόνου έξαπέστειλεν ό Θεός
τον Ύίόν Αϋτοϋ γενόμενον έκ γυναικός» (Γαλ. δ' 4), ό Θεός έτι Λέγει προς τον διάβολον περί της συντριβής τού κράτους τής Ισχύος αϋτοϋ καί περί τοϋ πάθους τοϋ Τίοϋ Αϋτοϋ. «Αύτός σοϋ τηρήσει κεφαλήν καί σύ τηρήσεις Αϋτοϋ πτέρναν» (Γεν. γ' 15). Ή Καινή Διαθήκη άναφέρει τήν πλήρωσιν αύτής τής προρρήσεως· έν τή προς'Ρωμαίους έπιστολή ό Παύλος λέγει· «ό δέ Θεός τής ειρήνης συντρίψει τον Σατανάν ύπό τούς πόδας ύμών έν τάχει» (Ρωμ. ιστ' 20).
Ή τοϋ μέλλοντος Σωτήρος καί Λυτρωτοϋ έλευσις καί τό έργον Αϋτοϋ καί ό θείος Αϋτοϋ χαρακτήρ έν τή Παλαιφ Γραφή πολλάκις έπαναλαμβάνεται καί πολλάκις περιγράφεται-έν τή προς Αβραάμ Διαθήκη ό Θεός Λέγει. «Καί έν εύλογη θήσονται έν τφ σπέρματί σου πάντα τά έθνη τής γής» (Γεν. κβ' 18). Περί τής έπαγγελίας ταύτης ό Παύλος έν τή προς Γαλάτας έπιστολή αϋτοϋ Λέγει- «Προϊδοϋσα δέ ή Γραφή ότι έκ πίστεως δίκαιοί τά έθνη ό Θεός, προευηγγελίσατο τφ Αβραάμ, ότι εύλογη θήσονται έν σοί πάντα τά έθνη»· ώστε οί έκ πίστεως εύλογοϋνται σύν τφ πιστφ Αβραάμ» (γ' 8-16). Ότι έκ τής φυλής Ιούδα έμελλε ναγεννηθή ό Σωτήρ, ό Πατριάρχης Ιακώβ εύλόγων τον Ιούδαν λέγει·« Ιούδα, σέ αίνέσουσιν οί άδελφοί σοϋ... προσκυνήσουσι σέ οί υιοί τοϋ πατρός σου. Σκύμνος Λέοντος Ιούδα- έκ βλαστού υιέ μου άνέβης· άναπεσών έκοιμήθη ώς Λέων καί ώς σκύμνος, τις έγερεί αύτόν;» (Γεν. μθ' 8-9). Ό Ήσαΐας ό μεγαλοφωνότατος προφητεύει τήν έξ Ιούδα έλευσιν τοϋ Σωτήρος καί προαναγγέλλει ότι έκ τής ρίζης Ίεσσαί άπογόνου τοϋ Ιούδα, θέλει προέλθει ό έπηγγελμένος Σωτήρ τοϋ κόσμου- «καί έξελευσεται ράβδος έκ τής ρίζης Ίεσσαί καί άνθος άναβήσεται έκ τής ρίζης καί άναπαύσεται έπ’ αύτόν πνεύμα τοϋ Θεού, πνεύμα σοφίας καί συνέσεως, πνεύμα βουλής καί ισχύος, πνεύμα γνώσεως καί εύσεβείας· έμπλήσει αύτόν πνεύμα φόβου Θεού» (Ήσ. ια' 1-3).
«Καί έσται έν τή ήμέρμ έκείνη ή ρίζα τοϋ Ίεσσαί, καί ό άνιστάμενος άρχειν έθνών, έπ’ αύτφ έθνη έλπιούσι- καί είναι ή άνάπαυσις αύτοϋ τιμή» (αύτ. 10).
Καί ό προφήτης Ιερεμίας προφητεύει περί τής έλεύσεως τοϋ Σωτήρος ότι έκ σπέρματος έσται Δαυΐδ, λέγων. «Ιδού ήμέραι έρχονται, Λέγει Κύριος, καί άναστήσω τφ Δαυίδ άνατολήν δικαίαν, καί βασιλεύσει βασιλεύς, καί συνήσει, καί ποιήσει κρίμα καί δικαιοσύνην έπί τής γής... καί τούτο τό όνομα αύτοϋ, ό καλέσει Κύριος Ίωσεδέκ=ό Κύριος ή δικαιοσύνη ήμών» (Ίερεμ. κγ' 5-6).
Καί ό προφήτης Μιχαίας περί τοϋ τόπου τής γεννήσεως τοϋ Σωτήρος Λέγει τάδε. «Καί σύ Βηθλεέμ, οίκος τοϋ Έφραθά, όλιγοστός εί τοϋ είναι έν χιλιάσιν Ίούδμ· έκ σοϋ μοι έξελεύσεται ήγούμενος τοϋ είναι εις άρχοντα έν τφ Ισραήλ, καί αί έξοδοι αύτοϋ άη άρχής έξ ήμερών αίώνος» (Μιχ. ε' 2, Ματθ. β' 6).
Ό Προφήτης Ήσαΐας προορφ τήν γέννησιν τοϋ έκ σπέρματος Δαυΐδ κατά σάρκα Τίοϋ τοϋ Θεού, Λέγων.
«Παιδίον έγεννήθη ήμιν, υιός καί έδόθη ήμιν, ού ή άρχή έγεννήθη έπί τοϋ ώμου αύτοϋ-καί καλείται τό όνομα αύτοϋ μεγάλης βουλής άγγελος, θαυμαστός σύμβουλος, Θεός, ισχυρός, έξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ τοϋ μέλλοντος αίώνος. Εγώ γάρ άξω ειρήνην έπί τούς άρχοντας, ειρήνην καί ύγείαν αύτφ. Μεγάλη ή άρχή αύτοϋ, καί τής ειρήνης αύτοϋ ούκ έστιν όριον έπί τον θρόνον Δαυΐδ· καί τήν βασιλείαν αύτοϋ κατορθώσαι αύτήν, καί άντιλαβέσθαι αύτής έν κρίματι καί δικαιοσύνη άπό τοϋ νυν καί έως τον αιώνα χρόνον. Ό ζήλος Κυρίου Σαβαώθ ποιήσει ταϋτα» (Ήσ. θ' 5-7).
«Εγώ Κύριος ο Θεός έκάλεσα σέ έν δικαιοσύνη, καί κρατήσω σέ τής χειρός καί ένισχύσω σέ καί έδωκα σέ εις διαθήκην γένους, εις φώς έθνών, άνοίξαι οφθαλμούς τυφλών,
έξαγαγεϊν έκ δεσμών δεδεμένους, και έξ οίκου φυλακής και καθημένους έν σκότει» (αύτ. μβ' 6-7).
«Ού κατά την δόξαν κρίνει ουδέ κατά την λαλιάν έλέγξει, άλλά κρίνει έν δικαιοσύνη ταπεινή) κρίσιν, καί έλέγξει έν εύθύτητι τούς ταπεινούς τής γής καί πατάξει γήν τφ λόγψ τού στόματος αύτού, καί έν πνεύματι διά χειλέων άνελεί άσεβή, καί έσται δικαιοσύνη έζωσμένος τήν όσφύν αύτού καί άληθείμήλειμμένος τήν πλευράν αύτού» (αύτ. ια' 4-5).
«Προσέχετε τοΐς ώσιν ύμών καί έπακαλουθήσατε ταΐς όδοϊς μου· έπακούσατέ μου, καί ζήσεται έν άγαθοΐς ή ψυχή ύμών, καί διαθήσομαι ύμϊν διαθήκην αιώνιον, τά όσια Δαυίδ τά πιστά. Ιδού μαρτύριον έν έθνεσι δέδωκα αύτόν άρχοντα καί προστάσσοντα έθνεσιν» ('Ησ.νε' 3-4).
Ό Ιερεμίας προφητεύει περί τής Καινής Διαθήκης τού μέλλοντος λυτρωτού. «Ιδού ήμέραι έρχονται, λέγει Κύριος, καί διαθήσομαι τφ οϊκψ Ισραήλ καί τφ οϊκψ Ίούδμ διαθήκην καινήν, ού κατά τήν διαθήκην, ήν διέθεμην τοϊς πατράσιν αύτών, έν ήμέρμ έπιλαβομένου μου τής χειρός αύτών έξαγαγών αύτούς έκ τής γής Αίγύπτου, ότι ούκ ένέμειναν έν τή διαθήκη μου, καγώ ήμέλησα αύτών, φησί Κύριος, ότι αύτη ή διαθήκη, ήν διαθήσομαι τφ οϊκψ Ισραήλ μετά τάς ήμέρας έκείνας, φησί Κύριος, διδούς νόμους μου εις τήν διάνοιαν αύτών, καί έπιγράψω αύτούς έπί τάς καρδίας αύτών, καί όψομαι αύτούς, καί έσομαι αύτοϊς εις Θεόν, καί αύτοί έσονταί μοι εις λαόν. Καί ού μή διδάξωσιν έκαστος τον πλησίον αύτού καί έκαστος τον άδελφόν αύτού λέγων, γνώθι Κύριον ότι πάντες είδήσουσι μέ, άπό μικρού αύτών έως μεγάλου αύτών φησί Κύριος· ότι ϊλεως έσομαι ταϊς άδικίαις.αύτών καί τών άνομιών αύτών ού μή μνησθώ έτι» (Έβρ. η' 7-13, Ίερ. λα' 31-34).
Τό παιδίον τό γεννηθέν έκ τής ρίζης Ίεσσαί καί έκ σπέρματος Δαυίδ ό θαυμαστός σύμβουλος, ό μεγάλης βουλής άγγελος, ό άγγελος τής Καινής Διαθήκης, ό πατήρ τού μέλλοντος αίώνος, ό Κραταιός Θεός, ό μέλλων να συντρίψη τήν κεφαλήν τού άρχαίου όφεως, τού μεγάλου δράκοντος (Αποκ. ιβ' 8-9), είναι ό υιός τού άνθρώπου ό έλθών εις τον κόσμον ϊνα σώση τον άνθρωπον. Ούτος ό πανσθενής Θεός γέγραπται, ότι έμελλε να γεννηθή έν Βηθλεέμ έν οϊκψ Έφραθά, διότι έξ αύτής έμελλεν να έξέλθη ήγούμενος καί άρχων έν Ισραήλ κατά τάς άπ’ άρχής έξ ήμερών αίώνος έξόδους αύτού. Αύτφ μόνψ έθνη έλπιούσιν.
Προφητεϊαι πληρωθεϊσαι εις τό πρόσωπον τού Ιησού
1.         «Εξ Αίγύπτου έκάλεσα τον υιόν μου» (Ώσηέ ια' 1, Ματθ.β' 15).
2.         «Φωνή έν Ραμφ, ήκούσθη, θρήνος καί κλαυθμός καί όδυρμός πολύς. Ραχήλ κλαίουσα τά τέκνα αύτής· καί ούκ ήθελε παρακληθήναι, ότι ούκ είσιν» (Ίερεμ. λα' 15, Ματθ.β' 17).
3.         «Φωνή βοώντος έν τή έρήμψ. Ετοιμάσατε τήν οδόν Κυρίου εύθείας ποιείτε τάς τρίβους αύτού (Ήσ. μ' 3, Ματθ. γ' 3).
4.         «Ότι τοϊς άγγέλοις αύτού έντελεϊται περί σού, καί έπί χειρών άρούσι σέ, μήποτε προσκόψης προς λίθον τον πόδα σου» (Ψαλμ. 90,11-12, Ματθ. δ' 6).
5.         «Ούκ έκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου» (Δευτ. στ' 16, Ματθ. δ' 7).
6.         «Αυτός τάς ασθένειας ήμων έλαβε, καί τάς νόσους έβάστασεν» (Ήσ. νγ' 4, Ματθ. η' 17).
7.         «’Ιδού έγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου, ός κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθέν σου» (Μαλ. γ' 1, Ήσ. μ' 3, Ματθ. ια' 10).
8.         «Ιδού, ό παίς μου, όν ήρέτισα- ό αγαπητός μου, εις όν εϋδόκησεν ή ψυχή μου- θήσω τό πνεύμα μου έπ’ αύτόν, καίκρίσιν τοίς έθνεσιν άπαγγελεύ ούκ έρίσει, ούδέ κραυγάσει· ούδέ άκούσει τις έν ταΐς πλατείαις την φωνήν αύτού. Κάλαμον συντετριμμένον ού κατεάξει, και λίνον τυφόμενον ού σβέσει· έως άν έκβάλη εις νίκος τήν κρίσιν. Και έν τφ όνόματι αύτού έθνη έλπιούσι» (Ήσ. μβ' 1-4, Ματθ. ιβ' 18).
9.         «Ώσπερ γάρ ήν Ιωνάς έν τή κοιλίμ τού κήτους τρεΤς ήμέρας και τρεΤς νύκτας, ούτως έσται ό υιός τού άνθρώπου έν τή καρδίμ τής γής τρεΤς ήμέρας και τρεΤς νύκτας» (Ιωνά β' 1, Ματθ. ιβ' 40).
10.       «Ακοή Ακούσετε, και ού μή συνήτε- και βλέποντες βλέψετε, και ού μή ϊδητε. Έπαχύνθη γάρ ή καρδία τού λαού τούτου, και τοΤς ώσί βαρέως ήκουσαν, και τούς οφθαλμούς αύτών έκάμμυσαν μήποτε ϊδωσι τοΤς όφθαλμοΤς, και τοΤς ώσιν άκούσωσι, και τή καρδίμ συνώσι, και έπιστρέψωσι, και Ιάσομαι αύτούς» (Ήσ.στ' 9-10, Ματθ. ιγ' 14).
Ή. «Ανοίξω έν παραβολαΤς τό στόμα μου- έρεύξομαι κεκρυμμένα άπό καταβολής κόσμου» (Ψαλμ. οζ' 2-3, Ματθ. ιγ' 34-35).
12. «Έγγίζει μοι ό λαός ούτος τφ στόματι αύτών και τοΤς χείλεσι μέ τιμφ ή δέ καρδία αύτών πόρρω Απέχει άη έμού. Μάτην δέ σέβονται μέ, διδάσκοντες διδασκαλίας, έντάλματα Ανθρώπων» (Ήσ. κθ' 13, Ματθ. ιε' 8).
Άγιος Νεκτάριος
Απόσπασμα από τό βιβλίο τού Αγίου Νεκταρίου
«Μελέτη περί τής Μητρός τού Κυρίου τής Τπεραγίας Θεοτόκου καί Αειπάρθενου Μαρίας»
έκδοθέν τό πρώτον έν Αθήναις τό 1901
[Κεφάλαιον Β'] [Κεφάλαιον Γ']
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β
Περί τού σεβασμού των πιστών προς την Ύπεραγίαν Δέσποιναν Θεοτόκον καί Αειπάρθενον Μαρίαν
καί περί τών αγίων αύτής εικόνων καί περί τών ιερών ναών τών τιμωμένων επ' όνόματι
αύτής
Ή Θεοτόκος τοσούτου άπέλαυε σεβασμού παρά τών πιστών, τοσαύτης τιμής καί αγάπης, ώστε προς ταύτην μετά Θεόν, πλήν τής λατρείας, τά δευτερεΐα τής τιμής, τού σεβασμού καί τής άγάπης άπέδιδαν. Ό σεβασμός τών πιστών προς τήν παρθένον Θεοτόκον Μαρίαν άνέρχεται εις αύτόν τον Α' καί Β' αιώνα, καί έπεβάλλετο ύπ’ αύτών τών Ιερών Γραφών μνημονευουσών τού ονόματος αύτής ώς κεχαριτωμένης καί εύλογημένης καί ώς εύρούσης χάριν παρά τφ Θεφ μόνης μεταξύ πασών τών γυναικών.
if if if if if
Αύτη ή Θεοτόκος έν πνεύματι προφητικφ ήδη άναγγελεΐ τήν περιωπήν αύτής μεταξύ πασών τών γενεών, λέγουσα: « Ιδού γάρ άπό τού νύν μακαριούσί με πάσαι αί γενεαί κτλ.» (Λουκ. α' 48). Καί άληθώς άπό τού χρόνου έκείνου ήρξατο ό μακαρισμός τής Θεοτόκου. Τήν Θεοτόκον έμακάρισε πρώτη ή Ελισάβετ, ήτις, πλησθεΐσα πνεύματος άγιου, άνεφώνησε φωνή μεγάλη καί είπεν «Εύλογη μένη σύ έν γυναιξί καί εύλογη μένος ό καρπός τής κοιλίας σου, καί μακαρία ή πιστεύσασα, ότι έσται τελείωσις τοΐς λελαλημένοις αύτή παρά Κυρίου» (Λουκ. α' 42-45).
Επίσης αί σύγχρονοι γυναίκες αί θεωρούσαι τήν παρθένον άγκαλοφορούσαν τό θειον βρέφος πάντως θά έμακάριζον αύτήν.
Ό εύαγγελιστής Λουκάς άναφέρει τήν έπάρασαν φωνήν έκ τού όχλου καί μακαρίσασαν τήν γαλακτοτροφήσασαν τον Κύριον Μητέρα (ια' 27).
if if if if if
Εκ τής χριστιανικής άρχαιολογίας μανθάνομεν ότι αί εικόνες τής θεομήτορος είκονίζοντο καί έτιμώντο άπό τού Α' ήδη καί Β' αίώνος. Καί ούκ ήν άλλως γενέσθαι, τού Εύαγγελίου αύτού συνιστώντας τήν τιμήν προς τήν Θεοτόκον Παρθένον Μαρίαν, καί αύτής τής Θεοτόκου άναγγελούσης ότι «άπό τού νύν μακαριούσί με πάσαι αί γενεαί».
Όθεν ή Θεοτόκος έτιμάτο και έμακαρίζετο από πασών των γενεών των από τού Ευαγγελισμού αύτής μέχρι σήμερον καί θέλει μακαρίζεται μέχρι τής συντέλειας των αιώνων. Οί τήν τιμήν δέ καί τον μακαρισμόν τής Θεοτόκου μή προσφέροντες προς ρητάς τού Εύαγγελίου έντολάς άντιστρατεύονται, διότι όλον τό Εύαγγέλιόν έστι νόμος, καί ή άθέτησις ένός ιώτα ή μιας κεραίας έστίν άθέτησις τού νόμου.
if if if if if
Κατά τήν Γ' πλέον έκατονταετηρίδα ό σεβασμός προς τήν Θεοτόκον έξεδηλούτο μέγας. Ή χριστιανική υμνωδία ύμνε! τήν Παρθένον καί Θεοτόκον Μαρίαν ως Βασίλισσαν τού Ούρανού καί Κυρίαν τών Αγγέλων. Κατά τήν έποχήν δέ ταύτην άνεφάνησαν έν τισι χώραις, ένθα εύάριθμοι χριστιανοί συνοικούν μετά πολυαρίθμων έθνικών, κακόδοξοί τινες, οϊτινες άνήγαγον τον προς τήν Θεοτόκον σεβασμόν εις λατρείαν καί άπένειμαν τή Παρθένψ Μαρίς ίσόθεον τιμήν κατά μίμησιν τών άπό τών έθνικών λατρευομένων γυναικείων θεοτήτων.
Ή κακόδοξος αύτη αϊρεσις έπεκλήθη τών Κολλυριδιανών διά τούς πλακούντας ή κολλυρίδας, άς ώς θυσίαν προσέφεραν καθ’ ώρισμένην ήμέραν έπί δίφρου καί οΰς έπειτα έτρωγαν (Έπιφάνιος έν αίρέσει 78 καί 79). Κατά τήν αύτήν έποχήν άνεφάνησαν καί οί έκ διαμέτρου άντίθετοι τών Κολλυριδιανών, οί Άντιδικομαριανίται λεγόμενοι, οί τήν δόξαν τής Μητρός τού Κυρίου μή άνεχόμενοι, οϊτινες καί έπί τοσούτον έξετραχηλίσθησαν, ώστε νά τολμήσωσι νά εϊπωσιν, ότι ή Παρθένος μετά τήν γέννησιν τού Σωτήρος συνήλθεν άνδρί καί έτεκε καί άλλα τέκνα. Ταύτης τής αίρέσεως ζηλωταί έγένοντο καί οί νεώτεροι άντιδικομαριανίται, οί τήν άειπαρθενίαν καί τήν προσωνυμίαν Θεοτόκος άρνούμενοι.
if if if if if
Τάς αιρέσεις ταύτας ή Εκκλησία κατεδίκασε καί κατέκρινε, καί εύκρινώς διετύπωσε τήν ορθήν καί άσφαλή αύτής δόξαν, καθ’ ήν τήν άειπάρθενον κόρην ώς Θεοτόκον όφείλομεν νά τιμώμεν, ούχί δέ ώς Θεόν νά προσκυνώμεν (Κύριλλος). Αί αιρέσεις τών Κολλυριδιανών καί τών Αντιδικομαριανιτών, αί κατά τήν Γ' Έκατονταετηρίδα έμφανισθείσαι, μαρτυρούσι παρεκτροπήν άπό τής άληθούς δόξης τής Καθολικής Εκκλησίας, ήτις εύρίσκετο έν τφ μέσψ τών δύο έκ διαμέτρου άντιθέτων αιρέσεων.
if if if if if
Ό Έπιφάνιος έν αίρέσει οη' κεφ. 23 λέγει «Άλλους πάλιν άφραίνοντας εις τήν ύπέρ τής αύτής άγιας άειπαρθένου ύπόθεσιν, άντί Θεού ταύτην προσάγειν έσπουδακότας καί σπουδάζοντας, καί έν έμβροντήσει τινί καί φρενοβλαβείς φερομένους. Διηγούνται γάρ ώς τινες γυναίκες έν τή Άραβίς άπό τών μερών τής Θρςκης τούτο γε τό κενοφώνημα ένηνόχασιν, ώς εις όνομα τής άειπαρθένου κολλυρίδα τινά έπιτελεΐν, καί συνάγεσθαι έπί τό αύτό, καί εις όνομα τής άγιας Παρθένου ύπέρ τό μέτρον τι πειράσθαι άθεμίτψ καί βλασφήμψ έπιχειρεΐν πράγματι, καί εις όνομα αύτής ίερουργεΐν διά γυναικών».
Καί έν αίρέσει οθ' κεφ. 1 λέγει «Ή αϊρεσις πάλιν έν τή Άραβίς άπό τής Θρςκης καί τών άνω μερών τής Σκυθίας άνεδείχθη... τινές γυναίκες κουρικόν τινα κοσμούσαι, (ήτοι δίφρον τετράγωνον), άπλώσασαι επ' αύτόν οθόνην, έν ήμέρς τινί φανερς τού έτους, έν ήμέραις τισιν άρτον προτιθέασι καί άναφέρουσιν εις όνομα τής Μαρίας, αί πάσαι δέ άπό τού άρτου μεταλαμβάνουσιν».
Ούχ ήττον κατά την Δ' ήδη εκατονταετηρίδα ή εύλάβεια και ό σεβασμός προς την Θεομήτορα έξεδηλώθη και έξωτερικώς επί μάλλον λαμπρότερος δι’ άνεγέρσεως μεγαλοπρεπών Ιερών Ναών άφιερωμένων εις τό όνομα τής Θεομήτορος. Ή Θεοτόκος ήν και έστι και έσται τοις πιστοις ή άμαχος προστάτις και ό ταχύς άντιλήπτωρ και βοηθός. Ταύτην έπεκαλοϋντο έν κινδύνοις και έν θλίψεσι, και ταύτην ειχον ύπέρμαχον στρατηγόν έν τοις πολέμοις. Ή άπροσμάχητος αυτής δύναμις συνέτριβε τούς πολεμίους και ή μητρική προς τον Τίόν καί Θεόν Αύτής παρρησία τό θειον επί τούς πιστούς έδαψίλευεν έλεος. Ή εύλάβεια τών πιστών προς τήν Θεομήτορα άπό τού χρόνου τής καταδίκης τής αίρέσεως τού Νεστορίου έξεδηλούτο καθ’ άπαν τό Ρωμαϊκόν κράτος διά λαμπρών έορτών καί πνευματικών πανηγύρεων, οί δέ πανταχού άνεγειρόμενοι επ' όνόματι τής θεομήτορος μεγαλοπρεπείς ναοί λαμπρώς διεκοσμούντο καί κάλλει διέπρεπον.
if if if if if
Ή ήδραιωμένη δέ αύτή έν ταΐς καρδίαις τών πιστών εύλάβεια προς τήν Θεοτόκον καί άειπάρθενον Μητέρα τού Κυρίου, άρξαμένη άπό τής άναδείξεως αύτής ώς Μητρός τού Κυρίου, διετέλεσεν άμετάπτωτος καθ’ όλους τούς αιώνας καί θέλει διαμείνη παρά τοις πιστοις εις άπαντα τον αιώνα άσάλευτος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ
Περί τής προσωνυμίας Θεοτόκος
Ή προσωνυμία Θεοτόκος, δι’ ής προσφωνεΐται ή Ύπεραγία Δέσποινα ήμών καί Μήτηρ τού Κυρίου ήμών Ιησού Χριστού, είναι ή μόνη προσήκουσα αύτή έπωνυμία. Οί άποκρούοντες τό όνομα Θεοτόκος λέγουσιν ότι όλοι οί σημαντικοί πατέρες τής ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας μέχρι τού Έπιφανίου, ήτοι έπί 400 έτη μ.Χ. οίον Πολύκαρπος, Ειρηναίος, Ιουστίνος ό μάρτυς, Κλήμης ό Αλεξανδρεύς, Χρυσόστομος, Βασίλειος εις τά γνήσια συγγράμματα αύτών, άναφέροντες τό όνομα τής Παναγίας, όνομάζουσιν ώς έπί τό πλεΐστον Μαρίαν, Μητέρα τού Χριστού, Μαρίαν Παρθένον, Αγίαν Παρθένον κτλ. άλλά ποτέ Θεοτόκον» λέγουσι δ’ ότι τό όνομα τούτο έγεινε συχνότατον άπό τής έν Έφέσψ τώ 430 μ.Χ. συνελθούσης Οικουμενικής Γ' Συνόδου.
if if if if if
Προς ταύτα άπαντώμεν, έξ αύτών τούτων τών θείων Πατέρων καί διδασκάλων τής έκκλησίας φέροντες τάς άποδείξεις. Καί έν τοις προφήταις καί έν πάση τή Κ. Διαθήκη, έν οίς ή έκ παρθένου γέννησις τού Χριστού προφητεύεται καί εύαγγελίζεται, Θεοτόκος ή Μαριάμ κηρύττεται, διότι αύτη έγέννησεν ούκ άνθρωπον ψιλόν, άλλά Θεόν σεσαρκωμένον άληθώς καί κυρίως, καί τοιαύτην πιστεύοντες όμολογούσι, συνψδά προς τήν δόξαν τής Ορθοδόξου ήμών Ανατολικής Εκκλησίας καί άπαντες έν γένει οί ιεροί τής έκκλησίας φωστήρες άπό τού πρώτου μέχρι τού έσχάτου ώς παραδεχόμενοι τήν παρθένον Μαρίαν Μητέρα Θεού.
if if if if if
Και έν πρώτοις παρά τφ Ώριγένει πρώτψ (τφ 230 μ.Χ.) εύρίσκομεν πρώτον τό όνομα τής Παρθένου Θεοτόκος. Ούτος Θεοτόκον την παρθένον έκάλεσεν έρμηνεύων τό Λγ' έδάφιον τού κβ' κεφ. τού Δευτερονομίου, «την ήδη μεμνηστευμένην γυναίκα καλεϊ ούτω και έπί τού ’Ιωσήφ και τής Θεοτόκου έλέχθη». Ό Ωριγένης, ό κατακριθείς δι’ άλλας αύτού κακοδοξίας δέν κατεκρίθη διά τό όνομα «Θεοτόκος», όπερ θά έγίνετο, έάν τούτο ήτο καινόν τι προσφώνημα καί ούχί παλαιόν. Καί σημείωσαι ότι ό Ωριγένης μαθητής ήν τού Ιερού Κλήμεντος τού Άλεξανδρέως τού έν έτει 180 μετά Χριστόν άκμάσαντος, καί δήλον, ότι παρ’ αύτού έμυήθη τήν ίεράν συνήθειαν τήν έν τή έκκλησίακαί τοΐς πάσι γνωστήν έντεύθεν καί ού κατεκρίθη.
if if if if if
Καί Διονύσιος ό Αλεξανδρείας τφ 250 γράφων προς Παύλον τον Σαμοσατέα λέγει: «τον σαρκωθέντα έκ τής Αγίας Παρθένου καί Θεοτόκου Μαρίας».
if if if if if
Καί Γρηγόριος ό Νεοκαισαρείας ό θαυματουργός τφ 275 (λόγ. εις τον Εύαγγελισμόν) λέγει: «ταύτης ούν τής προφητείας τήν φδήν ή Αγία Θεοτόκος άνέπεμπε λέγουσα, Μεγαλύνει ή ψυχή μου τον Κύριον κτλ.»
if if if if if
Καί ό Ιερός Μεθόδιος έπίσκοπος Πατάρων καί έκκλησιαστικός συγγραφεύς (τφ 300-311) λέγει: «Καί δή λαβομένη ή Θεοτόκος τον έκ τού άχράντου καί παναμώμου αύτής θυσιαστηρίου σαρκωθέντα ζωοποιόν καί άνέκφραστον άνθρακα, ώς λαβίδι...» Καί άλλαχού: «έπί τούτοις παρρησιασάμενος ό δίκαιος, καί τή προτροπή είξας τής διακονησαμένης Θεφ προς άνθρώπους θεομήτορος...» Καί άλλαχού πάλιν «τί προς σέ φθέγξομαι, ώ μήτερ παρθένε, καί παρθένε μήτερ; Πατρικοΐς σε ύμνοις προσφθέγξομαι, θύγατερ Δαυίδ καί μήτερ τού Κυρίου καί Θεού Δαυίδ... ώ πασών γενεών ύψηλοτέρα καί πάντων ορατών τε καί άοράτων δημιουργημάτων τιμιωτέρα φανεΐσα, διά σού γέγονε Κύριος ό Θεός τών δυνάμεων μεθ’ ήμών. Εύγε εύγε εύγε Μήτερ Θεού, καί δούλη».
if if if if if
Καί ό Αλεξάνδρειάς Αλέξανδρος ό μετά τον Αχιλλάν τφ 320, γράφων προς τον Κωνσταντινουπόλεως Αλέξανδρον τον έπί τής Α' οικουμενικής άγιας Συνόδου, καί Άμμων Έπίσκοπος Άνδριανουπόλεως, Θεοτόκον τήν Παρθένον έκάλουν.
if if if if if
Καί ό Παμφίλου Εύσέβιος τφ 320 (έν βίψ Κωνσταντίνου κεφ. μγ') λέγει: «Διό δή βασιλίς ή θεοσεβεστάτη (Ελένη), τής Θεοτόκου τήν κύησιν (ήτοι τήν Βηθλεέμ), μνήμασι θαυμαστοΐς κατεκόσμοι». Καί μητέρα Θεού ό αύτός ονομάζει τήν Παρθένον, λέγων «άνάγκη γάρ τον δημιουργόν τών έργων αύτού κήδεσθαι, έπεί δέ κοσμικφ σώματι πλησιάζειν έν τε τή γή χρονίζειν έμελλε, τής χρείας τούτο άπαιτούσης, νέαν τινά γέννησιν έαυτού έμηχανήσατο, χωρίς γάρ τοι γάμων σύλληψις, καί Αγνής παρθενίας είλειθυΐα, καί Θεού μήτηρ, κόρη κτλ.» (βλ. αύτόθι σ. 162).
if if if if if
Και ό Μέγας Αθανάσιος ό φωστήρ τής Αλεξάνδρειάς τφ 330 λέγει «καί αυτός δε ό Άγγελος δρώμενος ομολογεί άπεστάλαι παρά τού δεσπότου, ώς επί Ζαχαρίου ό Γαβριήλ, καί επί τής Θεοτόκου Μαρίας ό αυτός ώμολόγησε». Καί πάλιν «σκοπός τοίνυν ούτος καί χαρακτήρ τής άγιας Γραφής, ώς πολλάκις εϊπομεν, διπλήν είναι τήν περί τού Σωτήρος επαγγελίαν έν αύτή ότι τε άεί Θεός ών καί υιός έστι, λόγος ών καί άπαύγασμα καί σοφία τού Πατρός, καί ότι ύστερον δΓ ήμάς σάρκα λαβών έκ παρθένου τής Θεοτόκου Μαρίας άνθρωπος γέγονε». Καί πάλιν «όθεν καί γενομένης τής σαρκός έκ τής Θεοτόκου Μαρίας, αύτός λέγεται γεγεννήσθαι ό τοϊς άλλοις γέννησιν εις τό είναι παρέχων καί ό Ιωάννης γενομένης φωνής παρά τής Θεοτόκου Μαρίας έσκίρτησεν έν άγαλλιάσει». Καί πάλιν «πόσον άν τις είποι τό καύχημα τής Αγίας παρθένου, καί θεοειδούς Μαρίας». Καί άλλαχού, «Διό καί παρθενομήτωρ ώς Θεοτόκος ή Αγία Μαρία.» (Άθανασ. λογ. γ. κατά Άρειον: τόμ. α' σελ. 563-579-583, τόμ. β' σελ. 824-875-1271 τόμ. γ' σελ. 1351 κ. έξ.).
if if if if if
Καί Γρηγόριος ό θεολόγος τφ 370, (έπιστ. προς Κληδ. τόμ. α' σελ. 738) κατά Άπολλιναρίου, λέγει: «Εί τις ού Θεοτόκον τήν Μαρίαν ύπολαμβάνει χωρίς έστι τής Θεότητος.» Καί πάλιν ό αύτός (λόγος α' περί Τίού, προς Έλληνας) «Πού γάρ έν τοϊς σοΐς έγνως Θεοτόκον παρθένον;» ώσαύτως καί έν λόγψ λε' «Θεοτόκον παρθένον» τήν Παναγίαν ονομάζει.
if if if if if
Καί Ιωάννης ό Χρυσόστομος τφ 400 (λόγ. εις τήν Αγίαν παρθένον τόμ. ε' σελ. 876 Έκδ. Έτον.) λέγει: «Ούδέν τοίνυν έν βίψ οίον ή Θεοτόκος Μαρία, περίελθε, Φ άνθρωπε, πάσαν τήν κτίσιν τφ λογισμφ, καί βλέπε εί έστιν ίσον ή μεΐζον τής Αγίας Θεοτόκου παρθένου, περινόστησον τήν γήν, περίβλεψον τήν θάλασσαν, πολυπραγμόνησον τον άέρα, τούς ούρανούς τή διανοίμ έρεύνησον, τάς άοράτους πάσας δυνάμεις ένθυμήθητι, καί βλέπε εϊ έστιν άλλο τοιούτον θαύμα έν τή κτίσει». Καί πάλιν ό αύτός «Καί νύν ού λείπει τφ Θεφ Δεβώρα, ού λείπει τφ Θεφ Ισραήλ, έχομεν γάρ καί ή με Ις τήν Αγίαν Παρθένον Θεοτόκον Μαρίαν πρεσβεύουσαν ύπέρ ήμών, εί γάρ ή τυχούσα γυνή ένίκησε, πόσψ μάλλον ή τού Χριστού μήτηρ καταισχύνει τούς έχθρούς τής άληθείας;» (Λόγ. περί τού χρησίμως τάς προφητείας άσαφεΐς είναι). Καί πάλιν ό αύτός: «Εάν ούν εϊπωσιν ότι τών ούρανίων έστιν ό Μελχισεδέκ, ή άλλου τίνος χωρίου, άκουσάτωσαν ότι καί αύτός γόνυ κάμπτει τφ Χριστφ τφ σαρκωθέντι έκ τής Θεοτόκου Μαρίας, λέγει γάρ ό Απόστολος κτλ.» (Ιωάν. Χρυσοστ. εις Μελχισεδέκ τόμ. στ' 296). Καί πάλιν «ό Θεός ούν ού μόνον έβλεπε τήν τών Ιουδαίων άκμάζουσα εύσέβειαν, άλλάκαί τήν μετά ταύτα τών πιστών εύσέβειαν προήδει ότι έμελλε προϊέναι έκ τής Ίουδαίας ή Αγία Θεοτόκος παρθένος, προεώρα τον χορόν τών Αποστόλων, προέβλεπε τά τάγματα τών ομολογητών, τάς μυριάδας τών Ιουδαίων τών μελλόντων πιστεύειν κτλ.» (εις τήν δ' ήμερ. τής Κοσμοποίιας τόμ. στ' σελ. 475).
if if if if if
Καί ό Πρόκλος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, μαθητής Ίωάννου τού Χρυσοστόμου, καί θείος τής Εκκλησίας Πατήρ λέγει: «Συνεκάλεσαν ήμάς νύν ένταύθα ή Αγία Θεοτόκος καί παρθένος Μαρία τό άμόλυντον τής παρθενίας κειμήλιον, ό λογικός τού δευτέρου Αδάμ παράδεισος, τό έργαστήριον τής ένώσεως τών φύσεων, ή πανήγυρις τού σωτηρίου συναλλάγματος, ή παστάς έν ή ό λόγος ένυμφεύσατο τήν σάρκα, ή έμψυχος τής φύσεως βάτος, ή παρθένος καί ούρανός, ή μόνη Θεού προς άνθρώπους γέφυρα, ό φρικτός τής οικονομίας ιστός, έν φ άρρήτως ύφάνθη ό τής ένώσεως χιτών...», (έγκωμ. εις
την Θεοτόκον κτλ 6). Και ό Ιερός Αυγουστίνος τφ 400 (Λόγ. περί φύσ. και χάριτ. κεφ. λστ') Λέγει: «Πλήν μόνης τής Θεοτόκου πάντες οί Λοιποί ήμαρτον, κατά τό, εάν εϊπωμεν ότι άμαρτίαν ούκ έχομεν, ψευδόμεθα, μόνη γάρ ή Θεοτόκος πΛείονα έλαβε χάριν».
if if if if if
Ό δε Ιερός Θεοδώρητος τφ 436 μαρτυρεί στεντορείως ότι παράδοσις καί διδασκαλία έστίν άποστοΛική νά όνομάζωμεν την Μαριάμ Θεοτόκον, Λέγει γάρ: «των πάλαι καί πρόπαλαι τής ορθοδόξου πίστεως κηρύκων κατά τήν ΑποστοΛικήν παράδοσιν Θεοτόκον διδαξάντων ονομάζει καί πιστεύει τήν τού Κυρίου μητέρα» (Βλέπ. Θεοδ. έπιστ. Σπορακίψ τόμ. δ' σελ. 639).
if if if if if
Γρηγόριος δέ ό Νύσσης εις τήν γέννησιν τού Κυρίου (Τόμ. III σελ. 460) λέγει περί τής μητρός τού Κυρίου ή «Θεομήτωρ Παρθένος», τό δέ θεομήτωρ έρρήθη κατά τό θεοπάτωρ, όπερ είναι έπίθετον άποδιδόμενον τφ προφήτη Δαυίδ παρά των ύμνογράφων καί των Αρχαίων πατέρων τής Εκκλησίας ένεκεν τής έξ αύτού κατά σάρκα καταγωγής τού Κυρίου ήμών Ιησού Χριστού. Ούτως ό Χρυσόστομος (περί ψευδοδιδασκαλίας, τόμ. στ' Παρίσιοι 478) Λέγει: «ό θεοπάτωρ Δαυίδ περί των τοιούτων πολλούς μόχθους κατέβαλε».
if if if if if
Καί Διονύσιος ό Αρεοπαγίτης (έπιστολή VIII Αριθμ. 1 σελ. 778) Λέγει: «τί τον θεοπάτορα Δαυίδ έποίει θεοφιλή;» Εάν λοιπόν ό προφήτης Δαυίδ καλήται θεοπάτωρ διότι είναι προπάτωρ τής παρθένου Μαρίας, διατί αύτη νά μή λέγεται θεομήτωρ ή τεκούσα τον Ίησούν τον Θεόν; εί δέ καί λέγεται θεομήτωρ, διατί ούχί καί Θεοτόκος;
if if if if if
Εάν τά έπίθετα θεομήτωρ καί Θεοτόκος δέν ήσαν έν χρήσει έν τή Έκκλησίμ ούδείς των πατέρων καί των συγγραφέων των πρώτων αιώνων θά έποιεΐτο χρήσιν έν τή συγγραφή τού έπιθέτου τούτου, διότι θά άπεδοκιμάζετο ύπό τής Εκκλησίας. Ή Εκκλησία όμως ού μόνον δέν άπεδοκίμασεν, άλλάκαί τού καιρού έπιστάντος έπεκύρωσε τό ιερόν προσωνύμιον τής Παρθένου «Θεοτόκος» διά τής Γ' Οικουμενικής Συνόδου, δι’ ής κατεδίκασε μέν τον αιρετικόν Νεστόριον τον βλασφήμως άποκαλέσαντα τήν Παρθένον Χριστοτόκον, άνεκήρυξε δέ ταύτην κυρίως καί άληθώς Θεοτόκον. Μάτην άρα οί καινοί διδάσκαλοι, οί Νεστοριανοί τής έποχής μας, κατά τού έπιθέτου Θεοτόκος καταφέρονται.
if if if if if
Ό Ιππόλυτος μαθητής τού Ειρηναίου τού μαθητού τού Πολυκάρπου μαθητού τού εύαγγελιστού Ίωάννου ού χρήται μέν τή λέξει Θεοτόκος, χρήται όμως ίσοδυνάμοις άλλαις λέξεσιν έξ ών ήλιου φαεινότερον γίνεται, ότι Θεοτόκον ταύτην έθεώρει καί έπίστευεν «Είπέ μοι, λέγει, ώ μακαρία Μαρία, τί ήν τό ύπό Σού έν τή κοιλίμ συνειλημμένον καί τί ήν τό ύπό Σού έν παρθενική μήτρμ βασταζόμενον; Λόγος γάρ ήν Θεού πρωτότοκος άπ’ ουράνιόν έπί σέ κατερχόμενος, καί άνθρωπος πρωτότοκος έν κοιλία πλασσόμενος...» (παρά Θεοδωρ. Διαλ. Α' τόμ. 4 σελ. 27 Έκδ. Εύγεν. τού Βουλγ.). Τό Αειπάρθενον αύτής έξόχως διαγράφων λέγει: «ό τών όλων Δημιουργός έκ τής Παναγίας άειπαρθένου Μαρίας κατά σύλληψιν άχραντον, δίχα τροπής ένουσιώσας έαυτφ ψυχήν
νοεράν μετά αισθητικού σώματος, γέγονεν άνθρωπος φύσει κακίας άλλότριος όλος Θεός αύτός...» (Κατά Βύρωνος καί Ήλικος τ. 10 σελ. 840 ed. Migne).
if if if if if
Ή άκρα προς τη θεομήτορα εύσέβεια τού άγιου Ιππολύτου ή κληρονομικφ τινι δικαιώματι μεταδοθε'ισα διά τού άποστόλου Ίωάννου, τού Πολυκάρπου καί τού Ειρηναίου, δείκνυται καί έκ των επομένων αύτού λόγων: «έν χρόνψ παρών ό Σωτήρ έκ τής Παρθένου τής Κιβωτού, τό ίδιον σώμα τφ κόσμψ προσήνεγκεν, χρυσίψ καθαρφ κεχρυσωμένης ένδοθεν μέν τφ λόγψ, έξωθεν δέ τφ Πνεύματι τφ άγίψ, ώστε άποδέδεικται ή άλήθεια, καί πεφανέρωται ή Κιβωτός» (εις Δανιήλ τ. 10 σελ. 648 ed. Migne).
if if if if if
Ό σοφώτατος Οικονόμος παραδεχόμενος ώς γνησίαν τήν Επιστολήν τήν φερομένην ύπό τό όνομα τού άγιου Διονυσίου τού Αλεξάνδρειάς προς τον Παύλον τον Σαμοσατέα, έν ή φέρεται τό όνομα Θεοτόκος, λέγει «Τό Θεοτόκος θεόχρηστον όνομα έγραφε καί έξηγεΐ Ωριγένης (έγεννήθη ούτος τφ 186 μ.Χ.), ώς άνέκαθεν ήδη σύνηθες επ' αύτού έν τή έκκλησίμ, «Ό Ωριγένης έν τφ α τόμψ τών εις τήν προς Ρωμαίους τού Αποστόλου έπιστολήν έρμηνεύων πώς Θεοτόκος λέγεται, πλατέως έξήγησε» (Σωκρ. έκκλ. Ίστορ. Ζ', 32), σφζεται δέ καί άλλη τού Ώριγένους αύτού ρήσις εις Δευτερ. κβ', 23. «Τήν ήδη μεμνηστευμένην γυναίκα καλεΐ, ούτω καί έπί τού Ιωσήφ καί τής Θεοτόκου έλέχθη» (έν Όκταπλ. σελ. 1554 Έκδ. Θεοφ.). Καί ομιλία α εις Ματθαίον α'. «Ή μήτηρ αύτού τίνος αύτού; ή μήτηρ τού Θεού τού μονογενούς» καί πάλιν «αύτη ή παρθένος Θεόν έγέννησε, καί μήτηρ έγένετο, άλλά τήν παρθενίαν ούκ άπέβαλε», καί «τούτου τού μονογενούς Θεού μήτηρ, αύτη ή παρθένος Μαρία».
if if if if if
To Θεοτόκος είπε καί Γρηγόριος ό θαυματουργός πανηγυρίζων τον εύαγγελισμόν τής Θεοτόκου παρθένου Μαρίας (εις τον Εύαγγ, λόγ. α καί β' σελ., 14,18 Paris 1632) καί Διονύσιος ό Μέγας καί ό Ιερός Μεθόδιος (λόγος εις Συμεών, όπου καί θεογεννήτρια λέγει, Μητέρα Θεού) καί ό Μ. Αθανάσιος έπιστ. προς τούς έν Αίγύπτψ μοναχούς, καί άλλαχού πολλαχού, καί Κυριοτόκον δέ τή Μητέρα τού Κυρίου άποκαλεϊ (ύπομν.είς Λουκ. έν Callandii Biblioth. Patr. TV. p. 187). Αλέξανδρος ό Αλεξανδρείας (έπιστολή προς Αλέξανδρον Κωνσταντινουπόλεως).
Εύσέβιος ό Παμφίλου (βίψ Κωνσταντ., γ' 45) ό Μ. Βασίλειος (λόγ. εις τήν Χριστ. γέννησιν).
Ό θεολόγος Γρηγόριος: «εϊ τις ού Θεοτόκον τήν Μαρίαν ύπολαμβάνει, χωρίς έστι τής θεότητας» (λόγος να' σελ. 738 πρβλ. καί λόγ. λε', σελ. 554), ό θείος Χρυσόστομος (τόμ. στ' λόγ, εις τον Μελχισεδέκ καί ιε' όμιλ. ρια' όπου καί Αειπάρθενον αύτήν άνευφημεϊ).
Ό Ιερός Έπιφανιος (πολλαχού). Γρηγόριος ό Νύσσης (Έπιστολή προς Αμβροσίαν, βλ. τόμ. γ' σελ. 660). Κύριλλος ό Ιεροσολύμων (Κατήχ. 1). Καί έν τφ Αλεξανδρινφ Κώδικι (τιθεμένψ περί τφ 380 μ.Χ. (ή φδή τής Θεοτόκου έπιγέγραπται «Προσευχή Μαρίας τής Θεοτόκου» (τόμ. Δ', Έκδ. geabe).
Την Θεοτόκον έκήρυξαν και Άμφιλόχιος ό Ίκονίου, και ό Ιερός Αντίοχος, και Άμμων ό Άνδριανουπόλεως, και Σεβηριανός, και Θεόφιλος ό Αλεξανδρείας, καί Αττικός ό Κωνσταντινουπόλεως (παρά Κυρίλλψ Αλεξάνδρειάς τόμ. Ε' επιστολή προς Ακάκιον τον Βερροίας). Πρόκλος ό Κωνσταντινουπόλεως (λόγ. εις την ένανθρώπισιν κτλ.). Ό Ιερός Θεοδώρητος (τόμ. δ' σελ. 667 κτλ.). Ό Ιερός Αυγουστίνος «Deipara virgo et casta perpetuo» (de temporser 6 καί αλλαχού), Ό μακάριος Ιερώνυμος «Ή Μήτηρ Θεού» (εις Ήσάιαν η', 4 καί άλλαχού).
if if if if if
Ούτω τό Θεοτόκος όνομα έτι κατά τον Β' αιώνα έξ Αποστολικής παραδόσεως καί διδασκαλίας έδοξάζετο έν τή Έκκλησίμ, άπό τών χριστιανών άπάντων όμολογούμενον. Όθεν καί ’Ιουλιανός ό Αποστάτης έμαίνετο λέγων «Θεοτόκον δε ύμεΐς ού παύσεσθε την Μαρίαν καλούντες» (Κύριλλ. κατά Ίουλιανού Η' σελ. 262). "Υστερον δε καί Νεστορίου φρυάξαντος, συνεκροτήθη ή έν Έφέσψ Γ' Σύνοδος, 430 μ.Χ. έν ή συνοδικώς έθεσπίσθη, «Κυρίως καί αληθώς Θεοτόκον την άειπάρθενον τού Κυρίου Μητέρα άνευφημεΐσθαι».
if if if if if
Τότε διέλαμπε καί Κύριλλος ό Αλεξανδρείας ό τής Θεοτόκου μεγαλοφωνότατος κήρυξ, καί άλλοι τών Ιερών Πατέρων, οϊτινες, ώς καί πάντες οί τούτων έξής, καί ή Α' καί ή Ε' καί ή ΣΤ ' καί ή Ζ' Οικουμενική τό όνομα τής Θεοτόκου γεραίρουσι. Τούτο δέ άρα έλάνθανε τούς κινήσαντας Αμφιβολίας περί τής γνησιότητας τής άνωτέρψ προς τον Σαμοσατέα έπιστολής τού Διονυσίου διά τινας κουφολογίας, έν αίς μίαν άριθμούσι καί ότι περιέχει δήθεν πολλούς μετά τον Διονύσιον χρόνους έν τή Γ' συνόδψ πρώτον θεσπισθέν όνομα τής Θεοτόκου».
Προσφώνησις προς την Ύπεραγίαν Θεοτόκον
Χαΐρε Θεοτόκε Παρθένε, χαΐρε κεχαριτωμένη Μαρία ό Κύριος μετά σού, χαΐρε ή τον Ασπασμόν τού Αγγέλου δεξαμένη, χαΐρε ή άξιωθεΐσαγενέσθαι Μήτηρ Θεού. Σύ εί, θεογεννήτρια, τής σωτηρίας ήμών τόκεφάλαιον. Σύ εί, θεομήτορ, ή τροφός τής ζωής ήμών. Σύ εί, Αειπάρθενος Κόρη, ή εύφροσύνη πασών τών γενεών. Σύ εί, Παρθενομήτορ, ή πέτρα ή ποτίσασα τούς διψώντας τήν ζωήν. Σύ εί, Απειρόγαμος μήτηρ, ή διάδοχος τροφή τού μάννα. Σύ εί, άγαμος νύμφη, ή διάκονος τής τροφής τής άγιας. Σύ εί, ζωοτόκος, ή έμψυχος τράπεζα ή τον άρτον ζωής χωρήσασα. Σύ εί, καλλιτόκος, ή Ακένωτος πηγή, ή τό ύδωρ τό ζών άναβλύσασα. Σύ εί, μητροπάρθενε, ή άνήροτος χώρα ή τον θειον βλαστήσασα στάχυν. Σύ εί, πανάμωμος νύμφη, τό ήδύπνοον κρίνον τό πιστούς εύωδιάζον. Σύ εί, πανακήρατος κόρη, τό σκήπτρον τής Ορθοδοξίας.
Σύ εί, άγνή Παρθένε, ό πύργος ό Ασάλευτος τής Εκκλησίας. Σύ εί, τού κόσμου δέσποινα, όχημα τό Πανάγιον τού έπί τών Χερουβείμ. Σύ εί, τών Αγγέλων βασίλισσα, τό πανάριστον οίκημα τού έπί τών Σεραφείμ. Σύ εί, Παρθένε θεόνυμφε, τό έμψυχον παλάτιον τού παμβασιλέως. Σύ εί Ανύμφευτε νύμφη, τό χωρίον τό εύρύχωρον τού αχώρητου. Σύ εί, μεγαλοτόκος, ή τον Θεόν άφράστως γεννήσασα. Σύ εί, Θεοκυήτορ, ή τον άχώρητον έν γαστρί χωρήσασα. Σύ εί, Άχραντε Παρθένε, ό ναός ό άκατάλυτος. Σύ εί, άπειρολεχής νύμφη, ό ναός τού Θεού ό έμψυχος. Σύ εί, Πάνσεμνε Κόρη, ούρανού καί γής ίσόρροπον οίκημα. Σύ εί, Παναγία Παρθένε, τής Αχώρητου φύσεως χωρίον εύρύχωρον. Σύ εί, Αμίαντος Κόρη, ό φαεινός όρθρος ό τον ήλιον φέρων τής δικαιοσύνης. Σύ εί,
ευλογημένη Παρθένε, τού φωτός τό οίκητήριον, έξ ού τό φως τφ κόσμψ έξανέτειλεν. Σύ εί, πάναγνε, νύμφη, ή αυγή τής μυστικής ήμέρας. Σύ εϊ, άσπιλε κόρη, ή άκτίς τού άδύτου φέγγους. Σύ εϊ, άμόλυντε Παρθένε, ή του Χριστού κατά σάρκα Μήτηρ. Σύ εϊ, άφθορος κόρη, ή άληθώς και κυρίως τον Θεόν Λόγον σεσαρκωμένον τεκούσα.
Σύ εί, Άγια Παρθένε, ή τον Θεόν Λόγον ώς βρέφος έν ώλέναις βαστάσασα. Σύ εί, Πανάχραντε Δέσποινα, ή τον τροφέα των όλων ώς μήτηρ θηλάσασα. Σύ εί, σεπτόν κειμήλιον τής Οικουμένης άπάσης. Σύ εί, ό τόμος έν φ θείψ δακτύλψ ό λόγος τού Πατρός έγγέγραπται. Σύ εί, δοχεΐον ούρανίου εύφροσύνης. Σύ εί, οδηγός των πιστών σωφροσύνης. Σύ εί, λειμών εύωδίας. Σύ εί, παράδεισος άφθαρσίας. Σύ εί, ή κλεϊς τής τών Ούρανών βασιλείας. Σύ εί, ή όλκάς τών δεομένων σωτηρίας. Σύ εί, προνοίας Θεού ταμεΐον. Σύ εί, σοφίας Θεού δοχεΐον. Σύ εί, φωτός ένδυμα. Σύ εί, άρετής έφέστιον. Σύ εί, παρθένων τό καύχημα. Σύ εί, μητέρων άγλάίσμα. Σύ εί, άγνείας θησαύρισμα. Σύ εί, παρθενίας ώράίσμα. Σύ εί, τό στέφος τής έγκρατείας. Σύ εί, τό άνθος τής άφθαρσίας. Σύ εί, ό στύλος τής παρθενίας. Σύ εί, ή πύλη τής σωτηρίας. Σύ εί, ό άρχηγός νοητής άναπλάσεως. Σύ εί, ό χορηγός θεϊκής άγαθότητος. Σύ εί, στερρόν τής πίστεως έρεισμα. Σύ εί, λαμπρόν τής χάριτος γνώρισμα. Σύ εί, τών Αποστόλων τό άσίγητον στόμα. Σύ εί, τών άθλοφόρων τό άνίκητον θάρσος.
Σύ εί, πρεσβείας δεκτόν θυμίαμα. Σύ εί, τού κόσμου παντός έξίλασμα. Σύ εί, Θεού προς θνητούς εύδοκία. Σύ εί, θνητών προς Θεόν παρρησία. Σέ τήν άειπάρθενον Θεοτόκον ή τού Θεού άγαθότης προώρισε γενέσθαι μητέρα τής σωτηρίας. Σέ προ αιώνων οί προφήται ώς Παρθένον καί Νύμφην Θεού προεκήρυξαν. Σύ εί, ή ολόφωτος νεφέλη ή τον λαόν τού Θεού σκέπουσα. Σύ εί, ή πύρινος στήλη, ή τον νέον Ισραήλ φωταγωγούσα. Σύ εί, ή σκηνή τού μαρτυρίου, ήν τό θειον έπεσκίασε. Σύ εί, ή κιβωτός τής Διαθήκης έν ή ό λόγος τού Θεού διέμεινεν. Σύ εί, ράβδος τού Ααρών ή τό άνθος, τον Χριστόν, βλαστήσασα. Σύ εί, ή στάμνος ή τό ούράνιον μάννα χωρήσασα. Σύ εί, ή κλΐμαξ τού Ιακώβ δι’ ής κατέβη ό Θεός. Σύ εί, ό πόκος ό ένδροσος, δν Γεδεών προεθεάσατο. Σύ εί, τό όρος τό άλατόμητον έξ ού άρρήτως ό άκρογωνιαΐος έτμήθη λίθος Χριστός. Σύ εί, ή θάλασσα ή ποντίσασα Φαραώ τον νοητόν. Σέ ό Ήσάιας, προκατήγγειλε παρθένον καί μητέρα τού Εμμανουήλ. Σέ ό Ιεζεκιήλ προαναφώνει τήν πύλην τήν κεκλεισμένην δι’ ής είσελεύσεται ό Θεός. Σύ εί, ή λαβΐς ή μυστική ή συλλαβούσα τον άνθρακα Χριστόν. Σύ εί, θεόνυμφε κόρη, ή άνύμφευτος νύμφη ή άξιωθεΐσα γενέσθαι μήτηρ Χριστού τού Θεού.

Η ηλεκτρονική επεξεργασία  μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο , για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο

©ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
 http://www.alavastron.net/

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |